
(αργήσαμε λίγο, άλλωστε η αγορά έπηξε στους παραδοξολογικούς καζαμίες φέτος .., άντε και του χρόνου -σίγουρα- σπίτια μας)
Γενάρης. (ονόματα δε λέμε…)
Χειμώνας βαρύς, κρύο πολύ
κι εκείνο το βράδυ το φεγγάρι
δε βγήκε, τα σύννεφα χαμηλώσανε
και η βρόχα έπεφτε, στρέιτ θρου.
Εκείνη μονάχη της,
έψησε ένα καφεδάκι,
άναψε ένα τσιγαράκι, πήγε στη βιβλιοθήκη της,
πήρε τον πρώτο τόμο από
τ' απομνημονεύματά της,
ξάπλωσε στη ντιβανοκασέλα της
κι άρχισε να τα διαβάζει ένα-ένα.
Ο πρόλογος δεν έλεγε και πολλά
πράγματα. Μα σαν έφτασε στη
σελίδα 96 εκατομμύρια τετρακόσια
εβδομήντα τρία οχτακόσια είκοσι
έξι, κάθετος, παύλα και κάτι ψιλά,
έγραφε οτι συνεδέθη με νεαρόν,
αλλά το ειδύλλιο δεν εκράτησε
παρά μόνον τρία εικοσιτετράωρα
διότι ούτος εκ των υστέρων
απεδείχθη ακατάλληλος.
Κι έτσι "καθαρίσανε" ένα βράδυ
που το φεγγάρι δεν βγήκε
και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου.
Σελίδα 9 του εβδομηκοστού
τετάρτου τόμου.
Έγραφε οτι ήτανε καλοκαιριά
κι οτι είχε βγει στην παραλία
να κάνει το μπάνιο της.
Εκεί γνώρισε ένα νεαρό,
τον επλησίασε, ανταλλάξανε
μερικές κουβέντες και τον
ρώτησε για τ' όνομά του.
Εγώ, της λέει αυτός, ονομάζομαι
Φριτς. Τον αγάπησε τρελά. Αλλά
σαν μπήκε το φθινόπωρο, αυτός
την πούλεψε για την πατρίδα του
και κείνη ξέμεινε μόνη της,
ένα βράδυ που το φεγγάρι
δεν βγήκε και η βρόχα έπεφτε,
ράιτ θρου.
Σελίδα 6, Άρθρο Βου,
Παράγραφος Ξου, Κεφάλαιο Θου.
Έγραφε οτι πήγε και τον
εσυνάντησε και του είπε οτι
θα έπρεπε να γίνει ο γάμος.
Αυτός δεν έφερε αντίρρηση και
προσδιορίστηκε Πέμπτη ώρα μηδέν
και τριάντα τρία πρώτα και
σαράντα εννέα δεύτερα.
Η μέρα πλησίασε,
εκείνη για να πάει να παντρευτεί,
μπήκε στο μπάνιο της,
έριξε τα αποσμητικά της,
τα απορρυπαντικά της, ντύθηκε,
φόρεσε το νυφικό ενώ απ' όξω
το φεγγάρι δεν βγήκε
και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου.
Αυτή είναι
η ιστορία μιας κυρίας
Ρε παιδιά, περάσανε τα Χριστούγεννα; Πότε;…Υποτονικά και χωρίς τυμπανοκρουσίες υποδεχόμαστε το νέο έτος. Χωρίς λαμπάκια, γιρλάντες, φιέστες και φέσια. Το 2007 μπήκε στη φτήνια μιας και οι δήμαρχοι σιγά μη δίνανε λεφτά και μην ξεροσταλιάζανε στο κρύο μοιράζοντας ευχές και μελομακάρονα, απο τη στιγμή που βγήκανε και θέλουμε δε θέλουμε θα τους λουζόμαστε για τέσσερα χρόνια. Ο δε κόσμος έχοντας βαριεστήσει να κάνει κάθε χρόνιο τα ίδια και τα ίδια καραγκιοζιλίκια, πηγαίνοντας επισκέψεις (και δώρα) σε αντιπαθητικούς συγγενείς, περιμένοντας τον Αγιοβασίλη (και τα δώρα) δίπλα στο πλαστικό ταιβανέζικο δεντράκι ίσα για να (τον) κάνουνε χάζι τα παιδιά του και να εντρυφούν στις ελληνοχριστιανικές παραδόσεις, και να ξεποδαριάζετε πάνω κάτω την Πατησίων φορτωμένος (δώρα), αποφασίζει, να κάτσει σπίτι του και να βλέπει όλη τη νύχτα ντιβιντί με ταινίες απο τον παλιό καλό ελληνικό κινηματογράφο αλλά και καμια τσόντα, σε ανάμνηση των ημερών που η κρατική μας έδειχνε πρωτοχρονιάτικα τα μπαλέτα του μουλέν ρούζ, που χοροπηδάγανε οι κοπέλες δείχνοντάς μας το βρακί τους και αντί να κοιτάνε οι άντρες την τριανταμία, κοιτάζανε το βρακί των κοριτσιών με αποτέλεσμα οι γυναίκες να σκουπίζουνε όλο το χρήμα απο το τραπέζι.
Φέτος πάντως η κρατική δεν μας έδειξε τα βρακιά των κοριτσιών αλλά σιγά που μας ένοιαξε με τόση τσόντα και τόσο Καρατζαφέρη που έχουμε δεί τελευταία.
Οι γονείς για να αποφύγουνε (τα δώρα) που αγοράζανε τόσα χρόνια υποστηρίζοντας ότι τα φερε ο κουβαρντάς Άγιος, αλλά και γιατί βαρεθήκανε την ξεφτίλα να λένε ακόμη και στα παιδιά τους ιστορίες για αγ(ρ)ίους και πράσινα άλογα, τους είπανε ότι ο Αγιοβασίλης έπαθε λουμπάγκο (απο τα δώρα) τα ελαφάκια ψοφήσανε (απο το κρύο) και το έλκηθρο χάλασε (απο την ετήσια ακινησία).
Στην συντηρητική έως αδιάφορη στάση του κόσμου στον φετινό εορτασμό των εορτών συνετέλεσε και ο έντονος προβληματισμός για το εάν ο Αγιοβασίλης ξαμολιέται το βράδυ των Χριστουγέννων ή της Πρωτοχρονιάς. Το θέμα απασχόλησε το σύνολο του Τύπου και των πνευματικών ανθρώπων της χώρας που καθόλη την διάρκεια του Δεκέμβρη ερευνούσαν σε βάθος και ανέλυαν το ζήτημα, αλλά σε συμπέρασμα δεν κατέληξαν για ως γνωστό όπου λαλούν πολλοί κοκόροι αργεί να ξημερώσει ή δεν ξημερώνει καθόλου. Την τελευταία κουβέντα στο ζήτημα την είχε ένας πλανόδιος λαχειοπώλης που σε ερώτηση έγκριτης πλανόδιας δημοσιογράφου απάντησε «τι να σου πώ ρε κοπέλα μου, δε πα να ‘ρχετε όποτε γουστάρει, εγώ λαχεία πουλάω» ,οπότε, κι αφού το θέμα είχε συζητηθεί εξαντλητικά σε κάθε επίπεδο, σε έκτακτο διακαναλικό διάγγελμά του ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε πως «να κοιτάει ο καθένας τη δουλειά του και δεν πα να‘ρθει ο Αγιοβασίλης όποτε γουστάρει».
Παράλληλα, η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι καταργούνται οι γαλοπούλες, οι μεταθέσεις αξιωματικών και τα φιλοδωρήματα στους παρκαδόρους γιατί πολύ αέρα έχουμε πάρει όλοι σε αυτήν τη χώρα και να κοιτάμε να ξυπνάμε πρωί να δουλεύουμε γιατί η οικονομία δεν αντέχει τις σπατάλες και ο πρωθυπουργός τους τεμπέληδες.
Η απόφαση των ευρωπαίων δημάρχων να καταργήσουν τις φαντασμαγορικές εκδηλώσεις των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς προκειμένου να μην προκαλέσουν το θρησκευτικό αίσθημα των αντίχριστων με κίνδυνο να τσαντιστούνε οι αντίχριστοι και να κάνουνε τις πόλεις τους κολυμπιθρόξυλο, προκαλεί τους αντίχριστους να δηλώσουν με πλήρη ικανοποίηση και αυταρέσκεια πως απο του χρόνου το ραμαζάνι θα γιορτάζεται με λαμπρότητα σε κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα απο κάθε ευρωπαίο πολίτη και όποιος δεν το γιορτάσει θα τους βομβαρδίσουνε το σπίτι, θα κάνουνε τη γυναίκα του χανούμισσα και τα παιδιά του γιοσουφάκια.
Το Πασοκ περιμένει και ετοιμάζετε για εκλογές, ενώ ο πρόεδρός του ύστερα απο πολύμηνες διαβουλευσεις με κορυφαία στελέχη και 52 εξ απορρήτων συμβούλους του, εισηγείται στο πολιτικό συμβούλιο για κεντρικά πολιτικά συνθήματα τις λαϊκές παροιμίες «μάζευε κι ας είν και ρόγες» « αγάλι αγάλι γίνετε η αγουρίδα μέλι» και «στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα». Τελικά ύστερα απο ψηφοφορία επιλέγετε το δεύτερο.
Ο πρωθυπουργός δεν έχει καμια όρεξη για εκλογές. «Ρε δε πιάνετε κανα κοψίδι μη σας πάρει όλους ο διάολος», αναφωνεί στους υπουργούς και στα στελέχη του κόμματος του. «Δεν σας εχω πεί καλύτερα να τρώτε παρα να μιλάτε; δε βλέπετε εγώ που τρώω και δεν μιλάω πόσες γκάφες εχω γλιτώσει;» δηλώνει αγανακτισμένος απο ύστερα απο την έντονη εκλογολογία που συντηρούν οι υπουργοί της κυβέρνησης του. Όπως άλλωστε ομολογεί σε στενούς του συνεργάτες ταβερνιάρηδες των νοτιοανατολικών προαστ(ε)ίων «μονο άμα ήμουν τρελός θα έκανα εκλογές χωρίς παροχές και προσλήψεις με τέτοιο ζόρι που τραβάω με την επιτήρηση»
Φλεβάρης
Επεμβαίνεις,
επεμβαίνεις στη ζωή μου ασυγχώρητα
σε θέματα προσωπικά κι απόρρητα
με ντέτεκτιβ κι υποκλοπές
μ' εντάλματα κι επιτροπές
επεμβαίνεις, επεμβαίνεις, επεμβαίνεις
μ' έκανες μπαλάκι τένις.
Είσαι σκέτο παρακράτος
είσαι σκέτο παρακράτος
και προβοκατόρισσα
γι' αυτό σε χώρισα.
Επεμβαίνεις,
επεμβαίνεις με πυρά κατευθυνόμενα
στο σπίτι μου, στους φίλους και το γκόμενο
μ' εντάλματα και σπαστικά
με κόλπα τρομοκρατικά
Επεμβαίνεις, επεμβαίνεις, επεμβαίνεις
μ' έκανες μπαλάκι τένις
Τον φετινό Φλεβάρη, μετά το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών, την χώρα συγκλονίζει το σκάνδαλο του μπίγκ μπράδερ, με την αποκάλυψη πως όλοι οι βουλευτές, όλοι οι γενικοί γραμματείς υπουργείων, όλοι οι διευθυντές δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων και οργανισμών καθώς και όλοι οι αντιδήμαρχοι επαρχιακών πόλεων κάτω των πέντε χιλιάδων κατοίκων, παρακολουθούνταν συστηματικά την τελευταία πενταετία με κυκλώματα και απο κυκλώματα εσωτερικής παρακολούθησης. Η αποκάλυψη δεν προκαλεί καμιά αίσθηση απο τη στιγμή που όλοι ξέρουμε ότι όλο και απο κάπου μας παρακολουθούν και μας καταγραφούν. Σύμφωνα με έκτακτη κοινή ανακοίνωση των παρακολουθέντων «το θέμα είναι να μην πλουτίζουνε εις βάρος μας, ζητάμε άμεσα την απόδοση των δικαιωμάτων των προσωπικών μας βίντεο». Την ανακοίνωση υπογράφουν τριανταπέντε μη κυβερνητικές , εικοσιπέντε κυβερνητικές και οκτώ ακυβέρνητες οργανώσεις για την προστασία των (τηλεοπτικών) δικαιωμάτων των παιδιών και των ζώων.
Ο πρόεδρος του Συνασπισμού συναντά τα προεδρεία όλων των επαγγελματικών συντεχνιών της χώρας και δηλώνει φανατικός αντικαπνιστής, φανατικός λάτρης της Τήνου, φανατικός λάτρης της παραλίας του Βόλακα και ενθουσιασμένος από τις συναντήσεις του με τους συντεχνίτες, που είναι παιδιά του λαού και όχι ψευτοκουλτουριάρηδες και ψευτοδιανοούμενοι του κερατά, γαμώ το κέρατό του. Ο πρόεδρος του Συνασπισμού συναντά τα προεδρεία 135 επαγγελματικών συντεχνιών τον μήνα με αποτέλεσμα να παραμελεί το κοινοβουλευτικό του έργο, οι βουλευτές του Συνασπισμού να λένε ότι τους κατέβει, όχι πως έκαναν ποτέ τίποτε διαφορετικό, και ο Συνασπισμός να γίνεται κουλουβάχατα. Όχι πως γινόταν ποτέ τίποτε διαφορετικό… Το Πασοκ που σιγά και μην έχανε (ανα)δουλειές αρκείτε να δηλώσει πως «ευτυχώς που βγάζει κανας άλλος τη δουλειά για να μπορούμε εμείς να διαβουλευόμαστε απερίσπαστοι» Ο πρόεδρος του Συνασπισμού από τον ενθουσιασμό αλλά και τη φορά που έχει πάρει αφού τελειώνει με τα προεδρεία όλων των επαγγελματικών συντεχνιών της χώρας, ξεκινάει Συν-συναντήσεις με τα προεδρεία όλων των επαγγελματικών συντεχνιών άλλων χωρών, ανακουφίζοντας τις εκεί κυβερνήσεις που δεν είχαν κανέναν άλλον εύκαιρο να πάει να συναντήσει τα προεδρεία των επαγγελματικών τους συντεχνιών. Ο πρόεδρος του Συνασπισμού, αντί να βαρεθεί το πολύ το κύριε ελεήσον, βαριέται να είναι πρόεδρος του Συνασπισμού και ιδρύει μια δικιά του επαγγελματική συντεχνία για να έχει να συναντά τους άλλους προέδρους επαγγελματικών συντεχνιών, να λένε κανα αντάρτικο, να ξεβαριέται.
Μάρτης
(κατά παρέκκλιση, παραδοσιακό)
Ήσουνα τι ήσουνα μια παξιμαδοκλέφτρα
τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις σούρτα φέρτα
Ήσουνα ξιπόλητη και γύρναγες στους δρόμους
τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις ιπποκόμους
Ήσουνα στην αγορά και μάζευες τους σπόρους
και τώρα που σε πήρα εγώ ζητάς αεροπόρους
Ήσουνα ξιπόλητη και μάζευες κοσάρια
τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις κατοστάρια
Ήσουνα στην αγορά και μάζευες ραδίκια
τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις σκουλαρίκια
Έριξα τα ζάρια μου κι έφερα έξι πέντε
και τους μπάτσους στη γωνιά τους πάει πέντε πέντε
Πενήντα χρόνια φυλακή τιμώρησα το χάρο
να ‘σαι πάντα ελεύθερη μαζί σου να γουστάρω
Εν όψει εθνικών εκλογών και ύστερα απο τις αποτυχημένες προσπάθειές της να εκλεγεί στον δήμο θήρας για ακόμη καλύτερες μέρες, ακόμη καλύτερα κλάμπ, και ακόμη καλύτερους μπάρμεν, όπως άλλωστε είχε υποσχεθεί, η τελευταία σύζυγος του ιδρυτή του Πασοκ ξανακωλοχτυπιέται να μπεί στην καταθλιπτική και αντισεξουάλ Βουλή. Η τελευταία σύζυγος του ιδρυτή του Πασοκ ύστερα απο την περιφρόνηση του οράματός της για την δημιουργία της πιο μπαλαδόρικης βουλής του κόσμου και ύστερα απο τις απανωτές αρνήσεις του γραμματέα της ομάδας να παίξει μπακότερμα, αποδέχεται πρόσκληση της Γιουβέντους να παίζει σέντερ φορ. Η τελευταία σύζυγος του ιδρυτή του Πασοκ κατά την αναχώρησή της απο το ελληνικό έδαφος δηλώνει πως «εγώ με την αξία μου ανάστησα τον παππού, εγώ θα αναστήσω και το καμπιονάτο, και α, να χαθείτε ρε παλιολινάτσες του κερατά που εξ αιτίας σας κόντεψα να μείνω ξεβράκωτη και στην ψάθα». Η τελευταία σύζυγος του ιδρυτή του Πασοκ συμπληρώνει πως ύστερα απο συναπόφαση με την διοίκηση της Γιούβε μετά απο κάθε νικητήριο εκτός έδρας αγώνα η ομάδα θα μοιράζει στους φιλάθλους της αναμνηστικά απο την βίλα της Αγράμπελης για να μην πάνε χαμένα, και να πιάσουνε τόπο στο σπίτι κανενός Γιουβεντίνου. Ο πρωθυπουργός χαιρετίζει τις δηλώσεις της τελευταίας συζύγου του ιδρυτή του Πασοκ και από τη χαρά του αποφασίζει την πώληση της ΔΕΗ.
Απρίλης
Αθήνα, ώρα μηδέν.
Καμιά δεκαπενταριά μαζεμένοι, πάρλα στην πάρλα,
κι αυτός με τα μαύρα γυαλιά έχει το λόγο.
Φοράει τα γυαλιά τα σκούρα,
το βλέμμα του σκληρό και φλατ.
Ο άνθρωπός μας έχει κουλτούρα:
βιβλία, τέχνη και μπουάτ.
Μα προς Θεού, μα προς Θεού,
μας έχετε ζαλίσει.
Τα βασανάκια του λαού
ποιος θα τα τρα-,
ποιος θα τα τραγουδήσει;
Αθήνα, ώρα δύο και τριάντα μετά τα μεσάνυχτα.
Η συζήτηση συνεχίζεται με βαρβαρότητα.
Αυτός που φοράει τα γυαλιά τα μαύρα έχει πάλι το λόγο.
Σβηστό τσιμπούκι και μαλλούρα,
συζήτηση ως το πρωί.
Ο άνθρωπός μας έχει κουλτούρα
και θα μας φτιάξει τη ζωή.
Μα προς Θεού, μα προς Θεού,
μας έχετε ζαλίσει.
Τα βασανάκια του λαού
ποιος θα τα τρα-,
ποιος θα τα τραγουδήσει;
Χαράματα.
Η συνεδρίαση διακόπτεται.
Οι κουλτουριτζήδες εξέρχονται και η συνέχεια αύριο.
Ο υπουργός δημόσιας τάξης παραιτείται, στήνει μπλόγκ, γράφει ποιήματα, αρχικά στο μπλόγκ αλλά με τέτοια απήχηση τα εκδίδει, ενώ κερδίζει βραβείο το Νόμπελ για τα ποιήματα του και το βραβείο Πούλιτζερ για το διήγημά του «πως τα έβγαλα πέρα με τους μπάτσους». Του χρόνου ο παραιτηθείς υπουργός δημόσιας τάξης αναμένεται να τιμηθεί και να κερδίσει υποτροφία απο το ίδρυμα Ροκφέλερ, μιας και δεν μπορεί να τα κάνει όλα σε ένα χρόνο. Σε δηλώσεις του αναφέρει ότι πάλι καλά που παλουκώθηκε κι έγραψε κανα ποίημα γιατί απο την πολιτική, πόσο μάλλον απο τους μπάτσους, δεν περίμενε προκοπή ούτε βέβαια την εκτίμηση κανενός συμπληρώνοντας πως κάνει τον σταυρό του που δεν τον λιτζάρανε. Οι πρώην συνάδελφοί του χαιρετίζουν την απόφαση ανεμίζοντας πανό με το σύνθημα «λευτεριά στα υπουργεία» και δηλώνοντας ότι θα παραιτηθούν μαζικά απο την πολιτική και άλλος θα γράφει ποιήματα, άλλος θα δηλώσει εθελοντής στην γκρίνπις, άλλος θα μπαρκάρει μούτσος, δύο δήλωσαν ότι θα χωρίσουν και θα μονάσουν στο Άγιο Όρος, ενώ ένας ότι δεν θα κάνει τίποτα γιατί το μονο που έμαθε τόσα χρόνια ήταν να τεμπελιάζει.
Ο πρωθυπουργός αποφασίζει την πώληση των ΕΛΤΑ, ενώ ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης την πώληση μια παλιάς ντιβανοκασέλας ,δώρο της μητέρας του, σε πλειστηριασμό στο ίντερνετ, γιατί πολύ την έχει καταβρεί τελευταία με αυτό το μέσο αποκτώντας τους φίλους που ποτέ δεν μπόρεσε να κάνει στο περιβάλλον το οποίο ζει.
Ο πρόεδρος του πασοκ αφιερώνει ένα δεκάωρο την ημέρα προσπαθώντας φιλότιμα να λύσει τα ψυχολογικά προβλήματα της ηλεκτρονικής του παρέας αφού δεν κατάφερε να λύσει αυτά του Πασοκ. Το νέο αυτό παιχνιδάκι τον απορροφά ολοκληρωτικά με αποτέλεσμα να χάσει πέντε κιλά, να κερδίσει την εκτίμηση πέντε μπλόγκερς και να παραδώσει την προεδρία του κόμματος στον πρώην πρωθυπουργό αφού μονο αυτός λείπει για να γίνει η αντιπολίτευση του 2007 ίδια με την κυβέρνηση του 2004.
Μάης
(Μάρκος Βαμβακάρης ή Φράγκος, ή απλά Μεγάλος)
Με πλάνεψες μποέμισσα, με τη τρελλή ματιά σου,
με τα πολλά τα χάδια σου, και τη γλυκειά μιλιά σου,
με τα πολλά τα χάδια σου, και τη γλυκειά μιλιά σου,
με πλάνεψες μποέμισσα, με τη τρελλή ματιά σου.
Γιατί μικρό μου να σε ιδώ, γιατί να σ' αντικρύσω,
εσύ δε ξέρεις ν' αγαπάς, κοντεύω πια να σβήσω,
εσύ δε ξέρεις ν' αγαπάς, κοντεύω πια να σβήσω,
γιατί μικρό μου να σε ιδώ, γιατί να σ' αντικρύσω.
Όταν σου λέω σ' αγαπώ, γελάς και κοροϊδεύεις,
σ' αρέσει να με τυραννάς, σκληρά να με παιδεύεις,
σ' αρέσει να με τυραννάς, σκληρά να με παιδεύεις,
όταν σου λέω σ' αγαπώ, γελάς και κοροϊδεύεις.
Μποέμισσα, μποέμισσα, σκέψου πως θα γεράσεις,
Μα γρήγορα τα νειάτα σου, σαν όλες θα τα χάσεις,
Μα γρήγορα τα νειάτα σου, σαν όλες θα τα χάσεις,
μποέμισσα, μποέμισσα, σκέψου πως θα γεράσεις.
Τον Μάιο δεν κάνουμε τίποτε παρα μονον σκεφτόμαστε και διαλογιζόμαστε σοβαρά που, πως και με ποιους θα κωλοβαρέσουμε φέτος το καλοκαίρι. Ο πολιτικός και επιχειρηματικός κόσμος της χώρας κάτι νομίζει ότι κάνει, αλλά ξαφνικά όλοι αντιλαμβάνονται πως απο ένα σημείο και μετα ότι και να κάνεις μάταιο είναι. Στην καλύτερη περίπτωση. Γιατί στην χειρότερη είναι κακό του κεφαλιού σου. Οπότε και αποφασίζουν συμπάσι να σκέπτονται και να διαλογίζονται ,σοβαρά, που, πως και με ποιους θα κωλοβαρέσουνε φέτος το καλοκαίρι.
Ιούνιος
Πατέρα κάτσε φρόνιμα
μη γίνεσαι ρεζίλι
τα νιάτα θέλουν έρωτα
κι οι γέροι χαμομήλι
Κάθε πράμα στον καιρό του
και το Αύγουστο κολιός
στη ζωή έγινε νόμος
και δε γίνεται αλλιώς
Μπαμπά μου κάτσε φρόνιμα
στο λέω μια και δύο
δεν είσαι ‘συ για τσαχπινιές
αλλά για συνεργείο
Κάθε πράμα ...
Μπαμπά μου κάτσε φρόνιμα
μη στρίβει το μυαλό σου
και άσε το ζεϊμπέκικο
στο λέω για καλό σου
Κάθε πράμα ...
Σε ειδική τελετή στο ένβυ ο δήμαρχος θήρας παρουσιάζει και διαβάζει το πρώτο κεφάλαιο
του βιβλίου του υπο τον τίτλο «οι μέρες και οι νύχτες μου στον δήμο». Το βιβλίο προλογίζουν έγκριτοι θηραίοι δημοσιογράφοι που δηλώνουν εντυπωσιασμένοι και συγκλονισμένοι απο την περιγραφική δεινότητα του συγγραφέα, παροτρύνοντας τον να εγκαταλείψει την μπανάλ και τρέ μιζεράμπλ τοπική αυτοδιοίκηση και να αφιερωθεί στην συγγραφή. Το κοινό παραληρεί, απο τα καψούρικα που παίζει ο ντι τζέι, ενώ με το τέλος της εκδήλωσης μοιράζεται στον κόσμο φάβα, σφουγγάτο, ψευτοκεφτέδες και σφινάκια μπακάρντι.
Ενώ ο δήμαρχος ,αναδιπλούμενος αναφορικά με όσα έλεγε προεκλογικά περι τετραετίας , αναφέρει με αυτοπεποίθηση ότι «σιγά μην εγκαταλείψω και κούνια που σας κούναγε άμα νομίζατε ότι θα μου τη φέρνατε»