Ώρες – ώρες έχω την αίσθηση ότι χρειάζεται
λίγος λιγότερος φόβος, για όλα. Και λίγος περισσότερος ενθουσιασμός. Βαρέθηκα με τόση πολιτικούρα και ανάλυση εδώ μέσα. Πόσο μάλλον που μερικοί βρήκαν την απλωσιά να βγάλουνε τα μάτια τους και να αναμετρήσουν το πολιτικό τους μπόι, boys. Λίγο απο χαρούμενοι, όχι χαζοχαρούμενοι, αλλά
προκλητικά κι’ αξιοζήλευτα χαρούμενοι μπορούμε, μπορείτε να είστε; Έχουμε φτάσει στο σημείο να κοιτάμε τους γύρω μας σαν αρπακτικά, μη μπορώντας πλέον να τους κοιτάξουμε στα μάτια και να χαμογελάσουμε απο ικανοποίηση κι’ αισιοδοξία, κι’ όχι απο συγκατάβαση ή επειδή πάλι τους τη βγήκαμε. Τι
κόλλημα κι’ αυτό με τις νίκες, λες και μόνο οι τροπαιούχοι κερδίζουν, τέλος πάντων ,θεωρίες, πάμε στα πρακτικά. Αυτό που με ενοχλεί είναι ο τρόπος που κατάντησα να κοιτάζω τους ανθρώπους, καθώς και η ομοψυχία της πονηρεμένης και ανειλικρινούς ματιάς που αντικρίζω και αντιμετωπίζω. Αυτό, νόμιζα ότι είχατε την
όρεξη, την
τρέλα, το
μεράκι την
αίσθηση -
ψευδαίσθηση το λένε οι πλειοψηφίες- της προσωπικής υποχρέωσης, να αλλάξετε. Και καταλήγουμε να βλέπουμε νεόκοπους με φιλοδοξίες μεγαλουπαλλήλων στο μαγαζί να κοντράρουν τις θεωρίες και την προσφορά τους, κι’ απ την άλλη καταπροβληματισμένους, ανθρώπους να εκφράζουν την απογοήτευση, την διαθεσιμότητα και την νοοτροπία του ‘σώστε μας γιατί είμεθα μικρούληδες και ανίσχυροι’, μέχρι να γίνουν σαν τους πρώτους. Νόμιζα, ήθελα η
απελπισία σας να΄ναι
δημιουργική. Νόμιζα ότι θα στρεφόσασταν εναντίων των εαυτών σας και θα τους αμφισβητούσατε, ότι θα τα βάζατε με κάθε
πολιτική κακοδαιμονία που’ χετε την εντύπωση ότι σας πείραξε ή ότι σας αφορά. Νόμιζα, κι’ ας αλλάξουμε πρόσωπο, ήθελα να γυρεύαμε
μεγάλες αλήθειες και να ορίζαμε τους εχθρούς μας. Αλλά έπεσε
πολύς ορθολογισμός εδώ μέσα, πολύ
καχυποψία, ίσα με
διαστροφή. Σαν κάτι τύπους που αφού κάνουνε τους μεγάλους σταυρούς και τις γονυκλισίες, ύστερα βγαίνουνε στο δρόμο και διαολοστέλνουνε πέντε χαρούμενα πιτσιρίκια γιατί εκδηλώνουνε τη χαρά τους. Γιατί το πήρανε στραβά οι τύποι και νομίσανε ότι κάποιος τους υποχρέωσε να είναι γρουσούζηδες και στραβομούτσουνοι και να
αποστρέφονται τη χαρά. Έχετε αγαπήσει πολύ, πιστεύοντας βαθιά, κι’ εντελώς αδικαιολόγητα, ότι τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό που θέλετε μπορεί να είναι δυνατό; Θα μπορούσατε να είστε και να φαίνεστε διαφορετικοί, έξω, στον κόσμο; Χαρούμενοι, ανατρεπτικοί, αισιόδοξοι, γνωρίζοντας το γιατί, κι’ας είναι πολύ προσωπικό; Χαρούμενοι για να σπάσετε τον τσαμπουκά σ’ότι δε γουστάρετε ,αφήστε δε, που μπορεί και κανας άλλος να αναρωτιότανε όχι σαν άλλη Ζαν Ντ’ Αρκ αλλά σαν την κυρία Κοκκίνου, μωρέ τι πίνουνε τούτοι’ δω κι’ είναι στα κέφια τους; για να πα να δώ, γιατί φαίνεται ότι τουλάχιστο έχει γούστο η παρέα. Άλλες πάλι ώρες λέω ,δεν είναι δυνατό, αυτό κι’ αν έχει γούστο. Αυτό, λέει, που φοβήθηκε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ο κόσμος -πότε ήταν;60; πιθανότατα- ήταν κάτι τύποι που την είδανε πολύ ροκ (γούστα είν’ αυτά), τούτο πάντως τους έκανε να μην πολυφοβούνται. Και τούτο, φόβισε, τρόμαξε κι’ αιφνιδίασε άπαντες υπολοίπους. Γιατί σου λέει απο που μας ξεφυτρώσανε τούτοι οι τύποι που δεν φοβόνται; πως μπορούνε και το κάνουν αυτό; απο που διάολο θα τους ‘πιάσουμε’; Έχω την αίσθηση ότι οι περισσότεροι είμαστε, γίναμε ,αν όχι
βαριεστημένοι, ορθολογιστές δηλαδή που βλέπουμε τα πράγματα ως έχουν -μην πώ και καλύτερα απ’ ότι πραγματικά είναι-, αλλά πολύ
φοβισμένοι. Τι κάνουμε ρε παιδιά εδώ μέσα; Τι θέλετε να κάνουμε; Γιατί έχουμε κι’ ένα σωρό δουλειές, αλλά, ρε γαμώτο λές, τι γυρεύουμε αν όχι
γερές ιδέες και γερά
μυαλά για συνεννογιόμαστε; Στους τοίχους βλέπω καλές ιδέες, εδώ μέσα περίμενα καλύτερες. Στα blogs βλέπω μπόλικη απαξίωση και μου φαίνεται αδικαιολόγητη, απο’δώ μέσα περίμενα περισσότερη παλαβομάρα, πείτε το, ότι δεν μπορεί, όλα οφείλουν να πάνε καλά. Γιατί τα υπόλοιπα, ρε παιδιά και στο φινάλε,
τα είδαμε και μπουχτίσαμε. Γιατί ,ρε παιδιά, τούτοι που σήμερα κατηγορείτε, στα νιάτα τους, δεν ήταν έτσι, δεν μπορεί να ήταν, τους πήρε χρόνια για να δούνε κι’ αυτοί οι κατακακόμοιροι πώς ρολάρουνε τα πράματα, να πάρουνε ανάποδες και να λοξοδρομήσουνε. Δεν μπορεί, είχανε, το απαιτούσαν οι εποχές και οι συνθήκες, επιτακτικότερη ανάγκη να εκφράσουνε το καλό που είχανε μέσα τους, καλύτερες
ιδέες και
λόγους, ζορικότερες
εμπειρίες, καθαρότερες
προθέσεις. Και δεν θέλω να ξέρω, δεν με αφορά εάν ήταν αλλιώς.
Είναι ,λέει, χρέος να να μπούν "στο παιχνίδι", στα πράγματα, νέοι.
Μόνο που, έχω την αίσθηση οτι κηρύχθηκε ένας βλακώδης ηλικιακός πόλεμος.
Όπου οι μεν ,νέοι, θεωρούν ότι η νεότητα, η φρεσκάδα, το σβέλτο μυαλό, ο ενθουσιασμός, κι’οι ιδέες, αποτελούν αποκλειστικά (τους) χαρακτηριστικά ,και δεν λέω προνόμια.
Κι οτι ότι όποιος καβατζάρισε τα –ήντα, μπαγιάτεψε, στέρεψε απο ιδέες, σκάρτεψε απο τις εκ των πραγμάτων χρόνιες ανακατωσούρες του με τους κοινωνικά ισχυρούς, και, ώρα του είναι να την κάνει. Θα βολεύει πολύ, και προφανώς πολλούς αυτό το σενάριο για να έχει συμπαρασύρει στην λογική του πέρα απο την κοινωνία και εσάς τους ίδιους. Και, να τονε στήσουμε τον πόλεμο. Μόνο που, το πρόβλημα, το αίτιο και η γενεσιουργός αιτία της πολεμόχαρης όρεξής μας δεν είναι ηλικιακή. Ή μπορεί και να είναι. Εξαρτάται απο το
πόσων χρονών αισθάνεται ο καθένας. Απο το πώς
αντιμετωπίζει τον εαυτό του και απο το πώς
τον αντιμετωπίζουν οι άλλοι. Το θέμα δεν είναι
τι χρόνια, αλλά,
τι μυαλά κουβαλάει ο καθένας. Γιατί, υπάρχουνε
νέοι εντελώς γερασμένοι στο μέσα κι’ έξω τους, όπως και
μεγαλύτεροι που έχουν την ικανότητα να
διατηρούν το πιτσιρίκι μέσα τους. Αφήστε δε, που έχω την εντύπωση οτι οι νέοι έχουνε σηκώσει ένα αλαζονικό και αυτάρεσκο μπαϊράκι που τους θέλει πιο ‘γάτους’ απ’ όλους τους υπόλοιπους.
Κι’ ενώ ο πόλεμος μαίνεται, για καθίστε δύο λεπτά ρε παιδιά, να δούμε
τι και ποιους πολεμάμε. Με ποιους έχουμε να χωρίσουμε και τι. Και το σκέφτηκα λιγουλάκι, λέω έχουνε να χωρίσουνε ή να χωρίσουμε; Διάλεξα το δεύτερο, διότι η μη ηλικιακή κοντρίτσα μοιάζει αρκούντος ζόρικη κι’ ενδιαφέρουσα. Γιατί η νεότητα
δεν είναι αξία, είναι
προστιθέμενη αξία.
Κατά τα’ άλλα, το παιχνίδι ήταν και συνεχίζει να είναι ωραιότατο, ο καθένας καταλαβαίνει τα
δικά του, βρίσκει τα
δίκια του, χρίζεται κι’ αυτοχρίζεται κερδισμένος ή ριγμένος, κι’εμείς που πιστεύουμε οτι είμαστε νέοι καθόμαστε εδώ και λέμε καμιά θεωρία να περνάει η ώρα… μέχρι να βρεθεί κάποιος νεότερος στα μυαλά απο μας και να μας δείξει πόσο γερασμένοι είμαστε.
26 Νοεμβρίου 2005,
Νωρίτερα, έλεγα πως, ..
Ώρες – ώρες αναλογίζομαι πως είναι δυνατόν να μιλάτε για τους νέους. Ή πότε μιλήσατε ουσιαστικά στους νέους και για τους νέους; Και δεν το λέω από απογοήτευση. Αλλά από όρεξη,
αγωνία και
διάθεση να δώ πράγματα για εμάς και από εμάς. Σίγουρα έχουν γίνει πολλά και οι ευκαιρίες που έχουν οι νέοι τούτης της χώρας είναι ασύγκριτα περισσότερες σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Όμως χρειάζονται περισσότερα. Κάντε με εμάς ότι δεν μπορέσατε ίσως με τους μεγάλους σας. Πως ένας νέος να ασχοληθεί με τα κοινά; Πώς να εκφράσει το ενδιαφέρον,
την αγάπη και την
αγωνία του; Με ποιους τρόπους και από ποιους δρόμους θα πρέπει να περάσει; Και με ποιους; Ποιοι, πως και γιατί άραγε θα του το επιτρέψουν; άπαντες ανασφαλείς και φοβούμενοι πως «όλοι συνωμοτούν εναντίων τους»! Πως ο ανένταχτος κομματικά ,εάν το θέσουμε έτσι, νέος θα έρθει να σας βρει; Γνωρίζω ότι θέλει να το ζήσει το «πάρτι» του, την ζητά την προσωπική του επανάσταση αλλά πως θα σας βρει; Υπάρχει πολύ μεγάλη δυναμική σε αυτό το κομμάτι της κοινωνίας, το πιο καθαρό, που δεν έχει τρόπους και δεν έχετε κι’ εσείς για να συναντηθείτε.
Είστε υποχρεωμένοι να ακούσετε και τους νέους. Και να αποφασίσετε τι θα (τους) κάνετε. Εσείς οι μεγάλοι, που εντάξατε και πώς τους νέους στην «παρέα» σας; Που είναι κρυμμένοι; Να τους βγάλετε τους νέους έξω εάν θέλετε να μιλάτε για το αύριο και να δίνετε την έννοια της συνέχειας στα πράγματα. Συμπαθώ την αυτοδιοίκηση. Για όλους τους
πιθανούς,
απίθανους,
τυπικούς και
ανατρεπτικούς λόγους. Ούτως ή άλλως στις μικρές και στενές κοινωνίες με τα καλά και τα κακά τους, την αυτοδιοίκηση την ζούμε. Την βλέπουμε και μας αγγίζει καθημερινά. Την
αγαπάμε και μας εξοργίζει. Που είναι οι νέοι στην διοίκηση των μικρών κοινωνιών τους; Γιατί δεν είναι; Ποιος δεν τους άφησε; Γιατί το αποφεύγουν οι ίδιοι; Τι το απαγορευτικό υπάρχει; Γιατί οι δήμοι δεν έχουν νέους ανθρώπους στην διοίκηση των επιχειρήσεών τους; ή σε γραφεία αρμόδια για κοινωνικά, περιβαλλοντικά κλπ θέματα; Γιατί σώνει και καλά οι μεγαλύτεροι είναι και σωστοί; Έχουν εμπειρία, πείρα, σοφία. Ναι αλλά σε πολλές περιπτώσεις λείπει η όρεξη, το μεράκι, η αφέλεια – ακόμα και αυτή- ή ας τη πούμε
σωτήρια άγνοια του κινδύνου, αυτό το γλυκό και ανθρώπινο «προχωράμε γιατί θέλουμε να αλλάξουν πολλά, δεν ξέρουμε ακριβώς πως, αλλά ξέρουμε τι θέλουμε». Αντί αυτών, υπάρχουν μόνο ατομικές φιλοδοξίες, και αγώνες προσωπικής επιβίωσης και επιβεβαίωσης. Βάλτε τους νέους στο παιχνίδι. Υποχρεώστε τους να μπουν. Κάντε αυτό το ανατρεπτικό τρικ. Πείτε το, να βγούνε οι νέοι μπροστά. Δεν μπορεί, δεν γίνετε, δεν μας παίρνει να αποδειχθεί αυτό λάθος. Και μόνο αυτή η διαπίστωση φτάνει. Υποχρεώστε τους. Όπως με την ποσόστωση των γυναικών, να δούμε ναι ανάλογη νέων. Ανατρεπτικό; Ναι. Πάντως όχι αναίτιο και άστοχο. Ίσως αναγκαίο. Βάλτε τους στο παιχνίδι. Να αναλάβουν ευθύνες και ρόλους. Να έχουν δουλειά. Πειραματιστείτε με τους νέους και την αυτοδιοίκηση. Όχι μόνον μαζί της! Με τους νέους. Να ξεπεράσουμε το σημερινό σιγοντάρισμα των νέων στα δικά σας τροπάρια και μάλιστα με πολύ βαρύγδουπο κι’ αταίριαστο με την ηλικία τους τρόπο, προκειμένου να τους πάρουν στα σοβαρά και να τους υπολογίσουν. Υπάρχουν πολλοί τρόποι και διάφορες οδοί για τα πει κανείς τούτα δω. Επέλεξα τούτον εδώ τον πολύ νεολαιίστικο, επειδή ακριβώς είναι ο αμεσότερος, ο πιο φρέσκος και ο πλέον ανατρεπτικός.
4. 8. 2005,
(και το κακό είναι οτι εχω περάσει και την εφηβεία ...)
Σήμερα, λέω τα ίδια, γράφω λιγότερο πια, τα υποστηρίζω πιο εμπεριστατωμένα και πιο σίγουρα, αλλιώς .
Άσχετο αλλά, ...
ε, οχι και να εκφράσουμε καναν άλλον!
Τόσο κόπο και χρόνο μου πήρε να εκφράΖω ,επιτέλους, τα δικά μου (τα δικά μου ,ετσι;) ε, οχι να εκφρά-ζουμε για καναν άλλον. ...
Σήμερα, λέω επίσης πως ...
το πιάτο το λένε "ναξιώτικο" , είναι πεντανόστιμο, και το φτιάχνουνε στο "Καλντερίμι", στα Φηρά.