Κυριακή, Απρίλιος 30, 2006

Δεν τα ξέρετε...Σα βαπόρι είναι.

06.30
Μέχρι κι’ο Χασαπόπουλος κάνει καλή παρέα. Εάν ήμουν σπίτι μου και πριν φύγω για τη δουλειά θα έλεγα ωχ άντε πάλι τα ίδια, σήμερα όμως ακόμη και αυτόν τον έχω ανάγκη. Άντε να ξημερώσει να ακούσουμε κανα νέο. Να δούμε τι γίνεται στον κόσμο, έξ’απο’δω. Να πάρουμε και τηλέφωνο να τους πούμε καλημέρα κι’ότι μας κάνουνε παρέα πρωί πρωί, να τους πούμε κιόλας ότι εδώ είμαστε καλά, κι’ότι είμαστε κι’εμείς καλά. Σε λίγο θα κατέβω να πάρω εφημερίδες να μάθουμε τα νέα (μα δεν είναι απίστευτα τα όσα συμβαίνουν τούτη την έρμη την εποχή;) να χαζέψουμε και τα περιοδικά γιατί θέλω ν’αγοράσω ένα σωρό ανοιξιάτικα πράγματα, που να έχουνε όμορφα χρώματα και διαθέσεις. Και πρέπει, τι πρέπει δηλαδή, θέλω να φτιάξω και λίγο καλοκαιρινό το σπίτι μου, γιατί έχει εντελώς χειμωνιάτικη εικόνα. Κι’έχω μπανίσει μερικά πράγματα και θα πρέπει να κάνω λίγο κράτει με τις δουλειές και πάω να τα αγοράσω. Γίνε καλά να πάμε παρέα! Στη λούφα, αργότερα, θα πιεις και μια γουλιά καφέ και μη διανοηθείς να σηκωθείς, μόνο καθιστός στο κρεβάτι. Αυτό το νοσοκομείο είναι σα βαπόρι. Ή σα νησί. Μη βγαίνω κι’ εντελώς έξω απο τα νερά μου έτσι;!
Ωραίο σύστημα με τα επισκεπτήρια κρατάνε εδώ μέσα. Νομίζω ότι θα πρέπει να το εφαρμόσουν και στα υπόλοιπα που είναι μπάτε σκύλοι αλέστε (ότι ώρα γουστάρετε) κι αλεστικά μη δώσετε. Εδώ αν δεν έχεις την ειδική σφραγισμένη καρτούλα δε μπαίνεις, πόσο μάλλον ότι ώρα του’ρθει του καθενός. Ωραίο σύστημα. Ξέρεις και πότε σου‘ρχονται οι βίζιτες. Αμάν πια μ’αυτούς τους χυμούς! δε φωτίζετε κανείς να φέρει και καμιά βότκα για τις μικρές νυχτερινές μπαλκονάτες ώρες;! Κανονικά θα έπρεπε και στα νοσοκομεία να υπάρχει λίστα-ασθενούς, κατά το λίστα γάμου. «Αυτά μας λείβονται αυτά φέρτε εάν έχετε την ευγενή καλοσύνη»(!)


Καλά, που πας; Κάτσε καλέ μου άνθρωπε εκεί που κάθεσαι. Δεύτερη μέρα χειρουργημένος, τι παλαβομάρες είναι αυτές; τι νομίζεις ότι παριστάνεις; δεν είπαμε οτι ίσα που θα κάθεσαι καθιστός στο κρεβάτι;
Σα βαπόρι είναι ‘δω μέσα. Μπροστά βλέπεις τη θάλασσα, τις απέναντι παραλίες και μπόλικα ιστιοπλοϊκά. Αλλά και το βράδυ με τα φώτα είναι υπέροχα..

Μπα; τι μου λές; αυτό το νοσοκομείο αποτελεί δωρεά; μπράβο... Είδες παλιά όσοι μπίζνεσμεν είχανε δίφραγκα (και τύψεις) τι φτιάχνανε; Οι σημερινοί θα πρέπει να φτιάξουνε ψυχιατρεία να περιθάλψουνε τον κοσμάκι που αρρωσταίνουνε με τις παλιοδουλειές τους.
Τα’χουμε ξαναπεί. Με άλλες αφορμές.
Όταν σου λέω πως άμα αποκτήσω λεφτά θα τα δώσω να φτιάξουνε νοσοκομείο για σκύλους, κουνάς το κεφάλι σου (καλά, κούνα το αλλά μη με αποκληρώσεις!) και θα αφήσουμε οδηγία να το διαχειρίζονται άνθρωποι ευαίσθητοι και σοβαροί.

Απο προσωπικο; χάλια κατάσταση ε.. δεν τα ξέρετε.., παντού τα ίδια.
Στο νησί που μένω, μένουν και ‘διακοπεύουν’ κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου και έχουμε ένα Κ.Υ. που λειτουργεί με τα στοιχειώδη, σε κάθε επίπεδο…
Ε βέβαια, το υπάρχον προσωπικό την πληρώνει πάντα. κι’ ο κόσμος φυσικά, ..δεν τα ξέρετε...

Και δεν έχω ιδέα για το εάν γίνονται ρεμούλες κι’αρπαχτές εδώ μέσα.. Δεν με νοιάζει και δεν με αφορά. Ας νοιάξει αυτούς που οφείλουν να νοιάζονται. Εμένα με νοιάζει η αντιμετώπιση που έχω και το περιβάλλον στο οποίο βρίσκομαι. Και είναι πολύ καλά.

13.00
Μου φαίνεται ότι δεν θα μπορούσα να μπω διαφορετικά στη λογική και στο νόημα του positive thinking ‘n’ living, αν δεν είχα περάσει πρώτα καταστάσεις και περιόδους black.
Black στις blackίες στο εξής.

Ξεφυλλίζω τα περιοδικά και παρατηρώ πως τελευταία η τάση είναι «be yourself, say it as you see and feel it».
Κι’είχες δίκιο, που μου το είχες πεί, αλλά είπαμε, πρώτα πρέπει/χρειάζεται να τον βρούμε αυτόν τον εαυτό!
..και δεν μπαίνω στη διαδικασία να βρώ λόγους γι’αυτό το νέο μοντέλο καταγραφής της επικαιρότητας, με πολύ προσωπικό δηλαδή στυλ. Κατά το πώς ο συντάκτης τα βλέπει. Σίγουρα υπάρχουν ένα σωρό λόγοι, πάντως αποτελεί ,και νομίζω οτι θα το κάνει σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, την τάση της εποχής.

Και δεν πρόκειται για το καινούργιο, σημερινό «life style» αλλά για way ,another, of living. Not surviving, lining.
Εντάξει, πρότυπα είναι κι’αυτά, αλλά τουλάχιστο μοιάζουν ανθρωπινά κι’οχι ολωσδιόλου ιλουστρασιόν.

Και νομίζω ότι σε λίγο καιρό θα ξέρω εάν θα είμαι καλή επαγγελματίας ή ο εαυτός μου. Το πρώτο, ξέρεις, είναι το εύκολο. Άνετα μπορώ να είμαι (κι’οχι γίνω). Σε δέκα χρόνια βέβαια θα ‘χω σπάσει όλους τους καθρέφτες, και θα ‘χω γεμίσει τα ντουλαπάκια λαντόζ, αλλά όλα έχουν το τίμημά τους. Το δεύτερο, είναι το ζόρικο. Έχω και λίγο απροσάρμοστο εαυτό βλέπεις.

Μ’αρέσει να διαβάζω συνεντεύξεις έξυπνων δυναμικών και δραστήριων ανθρώπων. Μ’άρεσε σήμερα η συνέντευξη του Ρόμπινς. Τι απ' όλα να διαλέξει κανείς να σχολιάσει; που κάθε πρόταση και λέξη έχει τη σημασία και το νόημα της; ..
Και ξέρετε τι θεωρώ επικίνδυνο πράμα καμιά φορά; Την ποσότητα. Ότι τα σημαντικά πράγματα χάνονται μες την ποσότητα, περνάνε στο ντούκου και στο «έλα μωρέ, δεν τα ξέρετε..» Και δεν υπάρχει πιο άρρωστη κουβέντα απο δαυτη.
Όχι δεν τα ξερα! Και δεν τα καταλαβαίνω και δεν μου αρέσουνε καθόλου!
Νομίζω πάντως ότι όλο και κάποιοι προφέσορες θα‘χουν ασχοληθεί και αναλύσει το ζήτημα της υπερπληροφόρησης που οδηγεί τελικά στη μη πληροφόρηση…και τρέχα γύρευε..
Κι’επίσης νομίζω πως όποιος αποφασίζει να λέει τέτοια πράματα, σαν τον Ρόμπινς εννοώ, οφείλει να προσέχει και να φυλάγεται, μη και πιάσει τόπο η προσπάθεια να εμφανιστεί γραφικός και γελοίος.

Σα βαπόρι είναι τούτο το νοσοκομειάδικο, αλλά ξεμπέρδευε να πάμε να φύγουμε να γυρίσουμε σπίτια μας.

22.00
Ποιος κόπανος μιλάει για ίντερνετ καφέ σ’αυτή τη χώρα; Καλά που ρώτησα τον μισό Πειραιά (εδώ που βρέθηκα) και οι μισοί δεν ήξεραν τι είναι αυτό (αυτούς βρήκα αυτούς ρώτησα) κι’οι υπόλοιποι δεν είχαν ιδέα αν και «που ακριβώς βρίσκεται γιατί κάπου έχει πάρει το μάτι μου κάτι τέτοιο». Πολύ ωραία. Και μένα έχει πάρει το μάτι μου ένα στην (παλιά;) γειτονιά μου στο κέντρο της πόλης (της Αθήνας φυσικά), αλλά που να τρέχεις τέτοια ώρα απο τον Πειραιά(!)…έχουμε κι άρρωστο άνθρωπο…
Το βρήκα τελικά το ίντερνετ καφέ, και το πρόβλημά μου φυσικά δεν ήταν να ‘στείλω’ τούτο το κειμενάκι της κακιάς ώρας (κυριολεκτικά!), είναι που είχαμε δουλίτσα να κάνουμε μέσω του Μέσου.
Ποιος μιλάει για ίντερνετ καφέ (σε τούτη τη χώρα);
Νομίζω ότι κάποτε ήταν περισσότερα (τι γίνανε;), ή δεν είμαι πια και τόσο παρατηρητική…
Πίσω στο βαπόρι. Και είπαμε. Ξεμπέρδευε.

Σάββατο, Απρίλιος 29, 2006

I go. You go; (The other side)

Α, μπα, δεν το’ριξα στη βίζιτα τελευταία. Τους φίλους μου προσπαθώ να βρώ.
Και δεν έχω χρόνο. Δεν έχω χρόνο!

Φταίει που δουλεύω. (γι’αυτό δεν έχω χρόνο) Τι διάολο κάνετε ρε γαμώτο και καταφέρνετε και μπλογκάρεσθε κοι(α)νωνικώς;


Δεν μπορείτε να φανταστείτε απο τι κόπο με έχετε βγάλει! Εσείς τα λέτε κι’εμείς σχολιάζουμε. (μην μπαίνουμε και στον κόπο δηλαδή….)

http://www.apaleutoi.blogspot.com γι’αυτά που αγαπούν να μισούν
http://www.abelofilosofies.blogspot.com για την πρωτομαγκιά του
http://www.old-boy.blogspot.com για τις «πλευρές» και τα παλιομοδίτικα γούστα του
www.greekgastronomer.com για τα «deals» και τα κονέ του
www.beyondchaos.blogspot.com για όλα.

όσο να’ναι μαζευόμαστε σιγά σιγά (να οργανωθούμε ρε παιδιά…)

Άντε γιατί ήμουν πολύ στεναχωρημένη, καταπροβληματισμένη και μόνη ,η αναθεματισμένη, τελευταία. Τόσο πολύ που θα΄λεγα καμιά κακία. Ότι ,και καλά, εδώ δεν μιλάμε για επικοινωνία, αλλά για b-lobbing και για το ποιος την έχει πιο μεγάλη.
Τη γραμματοσειρά. και την παρέα.
Και συγχωρέστε με που την έχω μικρή.

και δεν έχω λιστολόγιο φίλων, (αυτός ο αυτισμός μου πια…) αλλά όταν με ρωτήσουν τους «εκθέτω(!)»

Το Αντί έχει πάρει πάλι τα πάνω του τελευταία.

Και σκέφτομαι που δεν είναι μόνον το τι γράφεις και λες, αλλά και πότε.
Κι’ανάθεμά με που βλέπω και μυρίζομαι «Ανοίξεις» το καταχείμωνο…

Αδύνατον να απαντήσω σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο σχόλιο.
Φεύγω. Kλείνω υπολογιστές, υπο-λογικές, κλείνω ρολά και ρόλους κι’επιστρέφω από Τρίτη. Και ξέρεις, δεν το κάνω συχνά, πια, οπότε σε κάθε φευγιό δίνω μια κάποια βαρύτητα.

Παρασκευή, Απρίλιος 28, 2006

Η ζωή μου κύκλους (ξανα)κάνει.

Ο πραγματικός πλούτος της χώρας παράγεται στο χωράφι και στο εργοστάσιο, γι αυτό οι αγρότες και οι εργάτες δε διανοήθηκαν ποτέ να επικαλεστούν κάποια νεφελώδη ιδεολογήματα για τη δουλειά τους.
Η προσφορά τους είναι αυταπόδεικτη.
Αντιθέτως οι απασχολούμενοι στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών, δεν αρκούνται στην υψηλότερη αμοιβή που εισπράττουν, αλλά αγωνιούν να δώσουν και ανώτερο νόημα σε αυτό που κάνουν.
Το επάγγελμα έγινε ιδεολογία.

Ο καλώς εννοούμενος επικερδής χαρακτήρας αποσιωπάται συστηματικά και προβάλλεται κατά κόρον σα ζωτική ωφέλεια για το κοινωνικό σύνολο. Οι χρηματιστές κόπτονται για την «ανάπτυξη», οι διαφημιστές μοχθούν για την «επικοινωνία», οι ασφαλιστές χτίζουν την «ασφαλιστική συνείδηση», οι δημοσιογράφοι αγωνιούν για την «ενημέρωση» κοκ. Εξ ου και το καταγέλαστο ορισμένων ότι ασκούν λειτούργημα .

Η κοινωνία που διευθύνεται από τους εγγράμματους, έχει περί πολλού αυτά τα επαγγέλματα και περιφρονεί εξόφθαλμα τον αγρότη και τον εργάτη. Απόδειξη ότι τους αμείβει με τα χαμηλότερα των εισοδημάτων και τους επιφυλάσσει πενιχρές συντάξεις και ανεπαρκέστατη υγειονομική περίθαλψη.
Ουδείς ζηλεύει τη μοίρα τους.

Οι νέοι ονειρεύονται να σπουδάσουν για να κάνουν καριέρα σε κάποιες από τις μοντέρνες και αστραφτερές δουλειές. Αυτές έχουν πέραση, προσφέρουν υψηλές αμοιβές και απείρως υψηλότερο κοινωνικό στάτους. Δεν υποψιάζονται καν πως η καριέρα είναι η δική τους κοιλάδα των δακρύων. Για να πετύχεις σε αυτές τις δουλειές, το παν είναι να ξέρεις να πουλάς τον εαυτό σου. Αλλού σε θέλουν τολμηρό και επιθετικό και αλλού μετρημένο και αξιόπιστο. Οι απαιτήσεις αλλάζουν ανάλογα με τον κλάδο. Άλλο σειλς και άλλο φαϊνανς. Σ’ αυτή την κωμωδία του αγκρέσιβ ή του ρελαϊαμπλ δε θα σταματήσεις ποτέ να συμμετέχεις, αυτή θα σε κρατάει στη δουλειά. Επίσης από την ημέρα που θα εισέλθεις σε έναν κλάδο, θα πρέπει να ασπαστείς και τις ιδεοληψίες του, σα να μυείσαι σε θρησκευτική αίρεση. Ο κλάδος υπεράνω όλων.

Είναι ο ιερός δεσμός που προστατεύει και ανυψώνει τα μέλη του, ασχέτως των εσωτερικών ανταγωνισμών. Με αυτή τη συντεχνιακή αντίληψη της χειρίστης μορφής οι «συνάδελφοι» θωρακίζουν την επαγγελματική τους ιδιότητα και διεκδικούν από την κοινωνία διαρκώς και νέα προνόμια.
Μαζί με την είσοδο στην αγορά εργασίας των νέων επαγγελμάτων εισήχθη και η δυτική νοοτροπία του ολοκληρωτικά αφοσιωμένου στην δουλειά του προτεστάντη. Ο χρόνος που αφιερώνουν οι υπάλληλοι στην εταιρία είναι τρομακτικός.

Στις σύγχρονες επιχειρήσεις η εργασιακή σκλαβιά επανήλθε λουστραρισμένη, αλλά εξίσου εξοντωτική. Η μοίρα του σπουδασμένου εργαζόμενου είναι δυσμενέστερη από αυτή του αγράμματου εργάτη. Το καθορισμένο ωράριο θεωρείται παρωχημένη αντίληψη, και η αμοιβή για υπερωρίες είναι αδιανόητη. Οι υπάλληλοι δουλεύουν εντυπωσιακά περισσότερες ώρες από τις προβλεπόμενες από το νόμο, απασχολούνται Σαββατοκύριακα και αργίες χωρίς την ανάλογη αμοιβή.

Τα εξοντωτικά δωδεκάωρα δουλειάς είναι nonstop. Η μεσημβρινή σιέστα έχει τεθεί πλέον και στη χώρα μας υπό διωγμόν, κατάντησε μομφή. Λένε πως αυτός κοιμάται μεσημέρι εννοώντας πως είναι εκτός πνεύματος, εν ολίγοις ακατάλληλος. Ο ύπνος του μεσημεριού είναι βάλσαμο για τη ψυχική και τη σωματική υγεία και εννοείται, συμβάλλει καίρια στη μακροβιότητα . Είναι κατά πολύ πιο απαραίτητος και ζωογόνος από όλες τις χελθι βιταμίνες, τα σπα και τις λοιπές τεχνικές στήριξης του ανθρώπινου οργανισμού.

Ο ευπρεπής μισθός και ίσως κάποιο ετήσιο bonus που παρέχουν οι εταιρίες στα μοντέρνα εργατόσκυλα δεν αντισταθμίζουν τις ατέλειωτες ώρες πρόσθετης δουλειάς. Γι αυτό υπάρχουν συνήθως κάποιες έξτρα παροχές κολακείας το ωραίο γραφείο (με παράθυρο ή όχι ανάλογα με τη θέση σου στην ιεραρχία) και κάποιοι φανταχτεροί τίτλοι που ουσιαστικά δε σημαίνουν τίποτε. Προβιβάζεσαι σε εξέκιουτιβ, σινιορ εξέκιουτιβ, κορντινέιτορ, σουπερβάιζορ, νταιρέκτορ, βάιζπρεζιντεν, τσιφ, μέλος του εξέκιουτιβ μπόρντ και άλλα του σωρού και χωρίς νόημα.

Η επιτυχημένη καριέρα σε μια σύγχρονη εταιρία αποτελείται από δύο βασικά στοιχεία: την όλο και μεγαλύτερη «τρέλα» για δουλειά και το λόγιαλτυ (πιστότητα) για την εταιρία και τους στόχους της. Επίσης είναι απαραίτητο να συμμεριστείς κάποιες νέες αξίες. Όπως το σχιζοφρενικό «άλλο δουλειά και άλλο φιλία» λές και ο άνθρωπος μπορεί να κάνει αναστολή αισθημάτων. Ή το δόγμα ότι με κάθε θυσία πρέπει να φέρεις σε πέρας την αποστολή που σού ανέθεσαν. Όλα αυτά καλύπτονται με την πρόστυχη στρεψοδικία του σωστού επαγγελματία. Που σημαίνει ότι προκειμένου να γίνει η δουλειά σου όλα επιτρέπονται. Η δουλειά προηγείται κάθε ανθρώπινου αισθήματος , φιλία, αγάπη, δίκιο, κατανόηση είναι δευτερεύοντα.

Λέμε είμαι προφέσιοναλ και αυτό τα εξηγεί όλα. Και ο Αλ Καπόνε προφέσιοναλ ήτανε.
Το πλέον ψυχοφθόρο για τον εργαζόμενο είναι πως πρέπει να δίνει κάθε μέρα εξετάσεις. Τα σύγχρονα επαγγέλματα έχουν υψηλό βαθμό ανασφάλειας σε σχέση με τα παραδοσιακά. Και απείρως σκληρότερο ανταγωνισμό τόσο εξωτερικό, από άλλες ομοειδείς εταιρίες, όσο και κυρίως εσωτερικό, από άλλους καπάτσους που εποφθαλμιούν την ίδια θέση. Ακόμη και το υψηλόβαθμο στέλεχος δεν αισθάνεται σιγουριά: πάει ένα πρωί στη δουλειά και χωρίς καμιά προειδοποίηση βρίσκει το γραφείο του στο διάδρομο.

Δυστυχώς στην ίδια λούμπα έπεσαν και οι γυναίκες. Μέχρι πρόσφατα δεν επιδείκνυαν την ολοκληρωτική αφοσίωση των αντρών στη δουλειά τους. Ως όντα πιο πολύπλοκα αισθαντικά και ερωτικά, έδιναν μεγαλύτερη σημασία στα αισθήματα και στις χαρές της ζωής. Γι αυτή τους την ανεξαρτησία η κοινωνία τις φιλοδώρησε με σωρεία κατηγοριών: άπιστες, ελαφρόμυαλες, ανεύθυνες, γλωσσούδες κλπ. Η χαρά και ο ερωτισμός δε συγχωρούνται στην παραγωγή. Τελευταίως μάλιστα αν αποπειραθείς ένα πονηρό αστείο, κάποιο υπονοούμενο, κινδυνεύεις να κατηγορηθείς για σεξουαλική παρενόχληση. Αυτό κι αν είναι ευνουχισμός. Σημαίνει όσοι περάσετε αυτή την πόρτα αφήσετε έξω το φύλο σας.

Οι γυναίκες στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν ένα ακόμη αντρικό οχυρό, γίνονται κι αυτές προφέσιοναλ θύματα. Τυπικές σοβαρές με πολυάσχολο ύφος, ασέξουαλ ντύσιμο, κάτι σκούρα ταγέρ σαν αντρικά κοστούμια, λευκό πουκάμισο και τα τοιαύτα. Έσβησε το χαμόγελο, το σκέρτσο και το παιχνίδισμα που τις έκαναν αξιολάτρευτες. Έχασαν το πλεονέκτημα της ζωής που είχαν έναντι των εξουθενωμένων από τη δουλειά αντρών.

Στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας όλοι ξέρουμε ότι στον κόσμο δεν ήρθαμε για να κάνουμε καριέρα, λεφτά και όνομα, ήρθαμε πρωτίστως για να ζήσουμε και ει δυνατόν να αφήσουμε αυτό τον κόσμο λίγο καλύτερο από ότι τον βρήκαμε. Αλλά δε ζούμε κι αυτό μας τρελαίνει. Το άγχος, το στρες, ο φόβος, η ντροπή, η περιφρόνηση, η επιθετικότητα, η θέληση της δύναμης γεννιούνται από μια καταπιεσμένη θέληση για ζωή. Με την πιο κοινή λογική όσες ώρες δουλεύεις, άλλες τόσες πρέπει να έχεις ελεύθερες για να χαρείς αυτά που έβγαλες. Όμως ο νέος άνθρωπος σπαταλά όλο το χρόνο, την ευφυία, την εφευρετικότητα και τις εμπνεύσεις του για την καριέρα του και όχι για τη ζωή του. Ο ψυχισμός του μολύνεται από αυτό το δηλητηριώδες αλισβερίσι.

Φυσικά, το εξέκιουτιβ τερατάκι γραφείου θα μεταφέρει μακάβρια το πάρε δώσε και στις προσωπικές του σχέσεις. «Αυτά έκανα για σένα, περιμένω ανταπόδοση». Μοιραία οι λαμπρές καριέρες είναι πυραμίδες που θεμελιώνονται πάνω σε προσωπικές και οικογενειακές τραγωδίες.
Δ. Χαριτόπουλος.

Ας μην τα επαναδιατυπώσουμε με το δικό μας τρόπο και χασομεράμε απ’τις δουλειές που ομολογουμένως σήμερα είναι μπόλικες. Άσε που άμα είναι να πούμε για τις δουλειές, τις ισοπεδώσαμε,.. τις ισοπεδωμένες.
Γι’αυτό είπα σήμερα ,και για το χαίρετε, να βγάλω κάτι έτοιμο.
Α, good question, και τι μπορεί να κάνει κανείς για όλ’αυτά; (ελάτε τώρα, ας μη μιλάμε γι ‘αντίσταση’ και γινόμαστε γραφικοί) Μπορεί να σκάει όμως κανείς κανα μπαλόνι όποτε μπορεί κι’όποτε έχει κέφια. Μωρέ λίγος φόβος λιγότερος χρειάζεται. Και μερικά μπαλόνια. Σκασμένα.


Phenomenon 1
Αμάρτησα για το παιδί μου,
η τιμή τιμή δεν έχει
(έτσι είναι αν έτσι νομίζετε)
ή Μέσο, (ενημέρωσης φυσικά) Μ…., Μονέδα.
Άσχετο, αλλά πολύ μου άρεσε χθες που έβγαιναν ένας-ένας (και μιά-μιά) σαν κλαμένα μ… και αποποιούνταν την συμμετοχή τους έστω κι’επικουρική στα διάφορα μπίγκ μπράδερ. Άλλος έλεγε «εγώ; οοοοοοχι δεν τα εγκρίνω, είχα το λόγο μου, πήγα να προωθήσω τη δουλειά μου». Άλλος «οοοοοοχι, δεν μου αρέσουνε καθόλου, εγώ για τα λεφτά το έκανα» (για δεν υπήρχε σάλιο). Μια κυρία που τραγουδάει νησιώτικα είπε "πήγα να εκπροσωπήσω το νησιώτικο τραγούδι για δεν το παίζουνε τα κανάλια".
(το νησιώτικο τραγούδι το ξέρει άραγε; και τι γνώμη να έχει γι’αυτό;)
Με το τραγελαφικό της υπόθεσης οτι κατέληξαν σε χειρότερη ξεφτίλα απ’ αυτήν που υποτίθεται ότι πήγαν να πολεμήσουν και να κατακρίνουν πρώην παίκτες και μουσικοχοροδιδάσκαλοι. Γιατί, το κάνεις που το κάνεις, ε μην το ρίχνεις ύστερα στη κλάψα κι’εμένα στο φιλότιμο. Το κάνεις που το κάνεις, τι πας μετά και του φοράς ιδεολογικούς, ή ‘ένεκα η άτιμη η ανάγκη’ φερετζέδες. Ή κάντο και σώπενε ή μην το κάνεις καθόλου. Γιατί το φοβερό είναι ότι ανάγκη απο‘δω, ανάγκη απο‘κεί …τα νομιμοποιήσαμε και δεν το πήραμε χαμπάρι… Εξαναγκάστηκα για την ανάγκη δηλαδή! Κι’ όλοι ανάγκες έχουμε, μη νομίζεις, αλλά δεν πάμε πρώτα να κάνουμε τις τούμπες του αιώνα κι’υστερα να τις αποκυρήξουμε λόγο ανάγκης (α, ναι, δεν μας κάλεσε κανείς, σωστά..). Τουλάχιστο δεν θα κλαίγαμε ύστερα, θα το φχαριστίμασταν και θα λέγαμε, α ρε τους τα πήραμε..
Κι’οσο δεν μπορώ τις κλάψες και τη μιζέρια.. …γι’αυτά πάω και γράφω.
Βρέ ξού.

Phenomenon 2
Ληστε το.
Το ότι θα έφτανε σε τέτοιο επίπεδο ωριμότητας (ωριμότητα τη λένε την απελπισία;) η κοινωνία που να λέει και να εκλιπαρεί ‘λύστε το πια ρημάδι να τελειώνουμε’ (το ασφαλιστικό) αποτελεί φαινόμενο. Και μάλιστα ανεξάρτητα απ’το εάν συμφέρει ή οχι, λύστε το επιτέλους να ξέρουμε τι μας γίνεται και τι οχι (και πότε και πόσο φυσικά).

Πέμπτη, Απρίλιος 27, 2006

Έλα μανάρι μου, μην το χασομεράμε το πράμα.

Μας πήραν στο ψιλό, ή, μας δουλεύουν ψιλό γαζί.
(όταν δεν πετάνε πάνω από τα κεφάλια μας)
Να καλύψει τις ανάγκες σε ηλεκτρικό ρεύμα των νησιών του Αιγαίου, προσφέρθηκε πριν απο λίγες ημέρες η Τουρκική Κυβέρνηση. Η πρόταση υποβλήθηκε και επίσημα βέβαια (για την ακρίβεια με κάθε επισημότητα, μελέτη και στοιχείο) στην ελληνική κυβέρνηση η οποία όμως την απέρριψε ασυζητητί. Το θέμα προέκυψε πριν από λίγες ημέρες, όταν η τουρκική κυβέρνηση μέσω των αρμοδίων υπουργείων κατέθεσε πρόταση-φάκελο για την ηλεκτροδότηση των νησιών του Αιγαίου με την μεταφορά ρεύματος από το υφιστάμενο δίκτυο της. (!)Η πρόταση, ενδεικτικότατη των προθέσεων (καλών και εμπορικών κατά τ’άλλα) των γειτόνων μας, απερρίφθει με μεγάλη ευγένεια από το ελληνικό υπουργείο Ανάπτυξης. Μάλιστα, δεν είναι η πρώτη φορά που οι γείτονες μας θέτουν το συγκεκριμένο θέμα. Πριν από 15 χρόνια, ο τότε πρόεδρος της Τουρκίας Οζάλ, είχε προτείνει να αναλάβει η Τουρκία την ηλεκτροδότηση και την υδροδότηση των νησιών του Αιγαίου (για όσους δε γνωρίζουν, τα νησάκια μας δεν έχουνε νεράκι πόσιμο, και το φέρνουνε εδώ πέρα ειδικά καραβάκια που επιδοτούνται μ’ένα σωρό καλά λεφτάκια).
Η πολιτική απάντηση στις προτάσεις των γειτόνων ανέφερε ότι «η πολιτική που ακολουθεί η Άγκυρα επιδιώκει να θέσει υπο έλεγχο και εξάρτηση τα νησιά μας»
Μια άλλη δε απάντηση λέει ότι «μας δουλεύουνε χοντρά».

Η πρόταση πάντως στάθηκε η αφορμή για να καταπροβληματιστούν για μιαν ακόμη φορά οι αρμόδιοι και οι αρχές τους για τις μεγάλες κι’ όλο κι' αυξανόμενες ανάγκες των νησιών σε ηλεκτρικό ρεύμα…
Τι να σας πώ ρ(α)ε παιδιά, πάνω που είχα συνηθίσει στις καθημερινές και πολύυυυυυυωρες διακοπές….


Φρόνιμα για θα σ’αρχίσω στα «γαλλικά»…
Γιατί έχω την (παρ)αίσθηση πως ότι είδαμε είδαμε απο ευρωσουηδικά μοντέλα στο Πασοκ και οτι στο εξής θα βλέπουμε κάργα ελληνικά και τσαμπουκαλεμένα; (σωστά, δοκιμασμένα πράματα, ντόπια)

Anyway, αλλά …εκεί που ήμουν έτοιμη να αποκτήσω έναν ευρωπαϊκό αέρα, εκεί που φρεσκάριζα το γαλλικό μου αξάν, που ξεσκόνιζα τα ωραία μου τα παρισινά μοντελάκια, που ήμουν με το «σεις» και με το «σας», με τα λάπτοπ παραμάσχαλα και τις νάικι τις φορμίτσες, μου’ρθε «γαλλικό» αστροπελέκι.«Έλα μανάρι μου μην το χασομεράμε το πράμα, δε βλέπεις τι γίνεται» και παθαίνω ένα πολιτικοπολιτισμικό σοκ ο άνθρωπος και καταμπερδέυομαι….

Μια χαρά είναι πάντως με κυβέρνηση τη ΝΔ και αντιπολίτευση το Πασοκ. Με αυτό το μοντέλο, όλοι (μας) δουλεύουνε. Το Πασοκ ως αντιπολίτευση παράγει έργο (σε πολλές περιπτώσεις μεγαλύτερο -και καλύτερο- απ’ ότι όταν ήταν κυβέρνηση) και η ΝΔ επειδή είναι ακόμη στην αρχή το παλεύει μπας και μπορέσει κάποτε να κυβερνήσει. Κι’έτσι ,πράγματι, όλοι βρισκόμαστε σε δουλειά. Δουλευόμαστε.
Και είχαμε ξεμάθει τόσα χρόνια…
Αστεία αστεία, καλά τη βγάζαμε με τ' αστεία.

Τα αυτονόητα και τα αυτο(α)νόητα.
Σε φάγανε τα «ευαγγέλια» Αλέκο. (αν δεν -θυμάσαι να- έχεις μιλήσει για απολιθώματα δεν έχεις πρόβλημα). Stop. (I stop, you…πές τα!)

Τζίζ καίει!
Αντε πάλι τα ίδια με τις άδειες. Των μι-μι-έ. Το νομοσχέδιο λέει θα κατά τεθεί πριν τα θερινά σινεμά, σόρυ, τμήματα, αν και το ίδιο είναι.
Για να δούμε….
Πουλάκια (αμ’αυτά δεν είναι πουλάκια, κάργιες είναι) λένε ότι τις άδειες των τοπικών σταθμών που θα κλείσουν στην περιφέρεια, τις ετοιμάζουν για Αθηναϊκά συγκροτήματα.
Ρε σεις τόσα χρόνια βγάζαμε τη λάντζα και τώρα θα’ρθουνε οι ξένοι στα χωράφια μας; Τι; όλοι δικοί μας είμαστε; Αμ, δε!
Και σίγουρα ναι, επιτέλους να μπεί τάξη στο καθεστώς της απο γεννησιμιού τους ανασφάλειας και ομηρίας, αλλά αν είναι να κλείσουν οι περισσότεροι τοπικοί σταθμοί (οι ελάχιστες ,μεταξύ μας, ελεύθερες ,για τους λόγους τους βέβαια, φωνές) και να γίνουν παραρτήματα ,μουσικά όπως ακούγεται, Αθηναϊκών ομίλων ….οχι ‘άστο καλύτερα’….αλλά, μην το πιάνεις καθόλου….
Γιατί πράγματι τα μι-μι-έ θα ανεβοκατεβάσουν κυβερνήσεις…..
Ήδη, κάποιοι συζητούν το ενδεχόμενο συγχωνεύσεων, προκειμένου να μην κλείσουν. Και καλώς κάνουν και προετοιμάζονται για παν ενδεχόμενο.
Βέβαια, σημασία έχει να ξέρουμε τι λένε και οι ευρωπαίοι (παρατηρητές) για όλ’αυτά…
Για να δούμε….Για να δούμε και ποιοι θα υπερασπιστούν τα κανάλια. (τους).
Για περισσότερες πληροφορίες παραπέμπω (πάλι) σε προηγούμενο κειμενάκι υπο τον τίτλο «θα τους πάρει ο διάλογος» με ημερομηνία 18.1.2006.

Θυμάσαι που με ρώτησες; Ε, λοιπόν εκτίθεμαι για να είμαι ασφαλής.

Τετάρτη, Απρίλιος 26, 2006

Απο μπρός ή απο πίσω; ή μαύρη μαυρίλα πλάκωσε.

Άλλο ζητάμε κι' άλλο συ-ζητάμε.
Κανονικά σήμερα θα (υπερ) αρκούσε να ποστάρω το σχόλιο που έσπειρα στο μπλογκάκι του γατόφιλου συγγραφέα και εσχάτως μπλόγκερ κ.Δήμου (ω, ναι «ήμουν κι’εγω εκεί», αλλά συγχωρέστε με γιατί είναι η δεύτερη μόλις φορά που ήμουν on board).
Θέμα; (το παρα-φράζω λιγουλάκι), το τι είναι μαύρο και το πήραμε απο πίσω, καθώς και το εαν είναι μοδάτο το αντιαμερικανιλίκι.


Κι’επειδή ώρες-ώρες (στις καλές μου) είμαι παιδί της ρεάλ πολιτίκ και της ρεάλ Μαδρίτης, (τις υπόλοιπες με τριγυρίζουν ανεφάρμοστες σκέψεις) και σχετικά με τον πράγματι μοδάτο αντιαμερικανισμό που σέρνεται τελευταία, λέω πως… το θέμα είναι αλλού και είναι στα δικά μας. Το θέμα και το πρόβλημα είναι οτι δεν ξέρουμε τι ζητάμε. Δεν ξέρουμε τι θέλουμε. Μες την τρελή χαρά είναι σήμερα οι γείτονές μας...οι οποίοι ομολογουμένως ξέρουν να παζαρεύουνε καλά, να παίρνουν πρώτα, κι' ύστερα να δίνουν. Ζητάνε και συ-ζητάνε. Διαπραγματεύονται. Και παζαρεύουν σκληρά το τι τους συμφέρει. Δεν (υπ)ακούνε μόνον (σε) οτι τους ζητιέται. Κι’επειδή όπως είπαμε είμαι παιδί της ρεάλ, ξέρω οτι δεν μπορεί, δεν είναι λογικό η πολιτική ηγεσία της χώρας να το ρίξει στα αντιαμερικάνικα. Αυτό είναι δουλειά των πολιτών και ας κοιτάξει ο καθένας να κάνει την δουλειά του όσο καλύτερα μπορεί. Οι πολίτες να φωνάζουν και οι πολιτικοί να διαπραγματεύονται. Εδώ είναι και το πρόβλημά μου. Το μεγάλο.
Διαπραγματευτήκαμε ,λοιπόν, το τι μας συμφέρει; ξέρουμε άραγε τι θέλουμε; το είχαμε έτοιμο να το πούμε αυτό που θέλουμε;
Και είναι τρελό που απο ένα αδέσποτο μπλόγκ ασκείται κριτική στην διπλωματική πολιτική της χώρας που σχεδιάζεται απο ένα σωρό πολυδιαβασμένους και πολυταξιδεμένους τύπους, αλλά λες απ΄την άλλη, δεν είναι δυνατό να μην έχουμε, ή να μην μπορούμε έστω για τα μάτια του κόσμου να’χουμε να λέμε ότι κάτι διαπραγματευτήκαμε.
Ας μάθουμε πάντως τι θέλουμε, κι’ίσως κάποτε μπορέσουμε να το πούμε κιόλας.
Δυστυχώς, για μιαν ακόμη φορά ακούσαμε και υπακούσαμε αναντίρρητα.
Και πραγματικά απορώ για το εάν ξέραμε τι περιμέναμε και τι θέλουμε. Κανονικά θα έπρεπε να έχουμε ξετρελαθεί απο τη χαρά μας και να λέμε «βρε καλώς τη τη μαυριδερή, έλα δω να κουβεντιάσουμε αυτά που θές, να σου πούμε τι θέλουμε και να δούμε στο τέλος άμα μας συμφέρει ,κι’εμάς κι’εσένα, να τα βρούμε»
Αντί τούτων δεν μπορέσαμε ούτε ένα φραστικό (λέμε φραστικό!) λάθος να διορθώσουμε. Και να πούμε «ούπς, εδώ είσαι λάθος». Ούτε καν αυτό. Απο πεσμένα αντανακλαστικά; απο ‘σοκ και δέος’ που είδαμε τόσο ‘υψηλή μαυρίλα’ μπροστά μας; απο αφέλεια; Είναι μεγάλη πάντως εθνική ντροπή να τα (κ)λέμε σαν κακομοίρες κλάφτρες μεταξύ μας, κατόπιν εορτής.
Το δε ενδιαφέρον πλέον, είναι να δούμε τι έδωσε ,και ακόμη περισσότερο, τι πήρε η Τουρκία. Για να εν-δώσει. Γιατί στην διπλωματία ,κακά τα ψέματα κι’ακόμη χειρότερες οι ψευδαισθήσεις, οι άνθρωποι δεν παίζονται… κι’αυτά δεν είναι καθόλου καινούργια πράματα.

Out-Standing 1
Ο Pretender-ης , in an American way, έγραφε την Κυριακή για "τον σοσιαλισμό των ηλιθίων".
....θα χει φαίνεται αναδουλειές ο σοσιαλισμός ο εγχώριος, ο κανονικός, κι’είπε το γυρίσει στο δολάριο.
Πάντως με τέτοιο όνομα θα’πρεπε να τις προσέχει τις αμερικανιές.

Out-Standing 2
Δεν βρίσκω και δεν έχω μεγαλύτερη ξεφτίλα, αναξιοπρέπεια και δουλοπρέπεια απ’ το να βλέπω Αμερικάνικα σημαιάκια να κουνιόνται σε μπαλκόνια και ταράτσες εγχώριων τουριστικών 'θερέτρων'. Τι αηδία και αναξιοπρέπεια. "Καλώς ήρθε το δολάριο", ένα πράμα ..και χειρότερα. Η ούντρα(!).
Μην μπερδευόσαστε δεν εχω τίποτε με τους Αμερικάνους. Όχι ότι είναι και οι καλύτεροι πελάτες δηλαδή, ηλικιωμένοι και γεροπαράξενοι είναι στην πλειονότητά τους, αλλά δεν εχω και τίποτα μαζί τους (ε, οχι και να είχα!).
Οι άνθρωποι έρχονται να κάνουνε τις διακοπές τους, -μεταξύ μας δεν θα έβρισκαν καλύτερο μέρος believe me, αυτοί κερδίζουν απο την ομορφιά του τόπου μας-, και δεν μου φταίνε και καθόλου. Η διαολεμένη την νοοτροπία ορισμένων απο μας μου φταίει. Η συμπεριφορά της …ας το μην το πώ. Ψυχραιμία αδέρφια, be cool.
Για το θέμα έχω ξαναγράψει σε κειμενάκι με τίτλο «το έθνος μας απειλείται» στις 8.2.2006.
Φυσικά άμα βγάλω φωτογραφίες στο δίκτυο θα γελάσει κι ο κάθε πικραμένος.
Δεν με αφορά όμως κανένας πικραμένος. Ούτε θέλω να γελάει κανείς εις βάρος μας.
Να είμαστε αξιοπρεπείς θέλω.
Εσείς δηλαδή τι θα σκεφτόσασταν εάν πηγαίνατε σε μια ξένη ,οποιαδήποτε ξένη χώρα, και σας υποδεχόντουσαν μες τις γαλανόλευκες; Ότι πρόκειται για εντελώς δουλοπρεπή και χαμερπή λαό, ετσι δεν είναι;
Α, ναι, σωστά δεν έχουμε μόνο Αμερικάνικα αλλά και ισραηλινά σημαιάκια. Και με το συμπάθιο αλλά δεν κάνω κουμάντο, ούτε γουστάρω σε καμιά περίπτωση, στην τσέπη κανενός. Πούλα ρε φίλε και τα δωμάτια και τα σουβλάκια σου, αλλά τη σημαία τι τη θές;; τι σου προσφέρει; Θα πουλήσεις περισσότερα (ξέρεις αλήθεια πως σε βλέπουν και πως σε αντιμετωπίζουν; πάντως οχι ως ίσο , αλλά σαν χαμηλού νοητικού και αισθητικού επιπέδου ιθαγενή). Χωρίς σημαία έχεις καλύτερη αντιμετώπιση και πουλάς καλύτερα. Και μούρη. Δεν μπορεί κάποια μέρα θα σε πείσω.

Out-Standing 3
Για τα δικά μας θέλετε να λέμε; Η αλήθεια είναι ότι λέμε αλλά όχι να τα γράφουμε κιόλας!
Α, ρε φίλε Κ., ξέρεις εσύ ,που’χεις μυαλό ξουράφι, κανα τύπο σε τούτη τη χώρα που να ανακατεύτηκε με τα κοινά (και δε λέω ‘πολιτική’) με λογικό, ορθολογικό κι’ενίοτε συναισθηματικό τρόπο και φρασεολογία και να μην οδηγήθηκε στην απαξίωση της προσωπικότητας και των θέσεών του; Εγώ πάντως όχι.
Τέτοια αναντιστοιχία... μοιάζει σαν να ζητάς από τους δημοσιογράφους να εκφράσουν άποψη (εδώ, που τα λέμε, για να εκφράσεις κάτι πρέπει να’το χεις κιόλας).
Αυτά που λες φίλε πολυπράγμονα του πολυποίκιλου (πολιτικού φυσικά) πολιτισμού ….και καλώς τα’λεγες και τα λες… τα’χουμε ξαναπεί. Αλλά, αφού δεν τα στρογγυλεύεις λιγουλάκι, τι περιμένεις; Λογικός άνθρωπος είσαι, μη κοιτάς με δαύτους που’χεις μπλέξει τελευταία,.. αλλά καθώς έχουμε ξαναπεί, μια χαρά θα ήσουνα αν δε σε έτρωγε η λογική (σου) … και το Νεώριο ρε φίλε.
Για να δούμε …αν είναι ξύπνια η σημερινή παράταξή σου στις Κυκλάδες ή αν έχει Μαύρα μεσάνυχτα, με το συμπάθιο.
Μπα, εσένα οχι, τους ανεπάγγελτους και τους αργόσχολους φοβάμαι.

Εσείς δεν έχετε το θεό σας!

Καλά, εσείς δεν έχετε (κυριολεκτικά) το θεό σας! Δεν είναι να σας αφήνει κανείς χωρίς δουλειά!
Με την πρώτη ευκαιρία, την αράζετε στις ταβέρνες, τα μπαράκια και τις παραλίες φιλοσοφώντας και σχολιάζοντας ασύστολα και δίχως αιδώ, τσίπα κι’ελληνορθόδοξο φιλότιμο τη θρησκευτική συνείδηση κλήρου και κληρωτίδας.
Νομίσατε ότι θα τη βγάζατε και καθαρή με τις ιδέες που κουβαλάτε; Όλα εδώ γράφονται κι΄όλα (κατά)γραμμένα είναι.
(κατασκάσαμε να τα "μαζέψουμε" )

Να μάθετε άλλη φορά να δουλεύετε και να μην κάνετε προκλητικές, αντικοινωνικές, αντισυνειδησιακές και αντικαθεστωτικές κουβέντες. Ρίχτε το στα αντιπολεμικά -και μόνον- καιρός που είναι (να γλιτώσουμε κι'εμείς την κατα-γραφή).

Πόσο θ’αντέξει ο λαός και η υπομονή του
που όλα τα παράσιτα ρουφούν απ’ το κορμί του
κι’ένα καλό παράδειγμα σ’αυτές τις μαύρες μέρες,
δεν έχουν να του δώσουνε οι άγιοι πατέρες;


Που όλο τον τρομάζουνε πως έχει αμαρτήσει
δε ζει στο δρόμο του θεού και θα τον τιμωρήσει,
τους άρρωστους τους ταπεινούς τους καταφρονεμένους,
τους αγνοούν, τους έχουνε και τρομοκρατημένους

Όσοι σου λένε ‘δούλος σου’ το λεν με υποκρισία.
Σε άλλο αποβλέπουνε, τιμές και περιουσία
και που στην αφιερώνουνε, ξέρεις γιατί το κάνουν.
Στο όνομά σου θέλουνε να την απολαμβάνουν

Ότι για κέρδος προτιμούν, το λένε θέλημά σου
και τις αυθαιρεσίες τους, χρεώνουν τ’όνομά Σου
των εντολών Σου, νόθευσαν το γράμμα και τον τύπο.
Σε διατηρούν προκάλυψη, ωσάν τον Δούρειο Ίππο.

Της επιστήμης μάχονται τα επιχειρήματά της,
μα δεν τους λείπει τίποτα απ’τα επιτεύγματά της.
Δεσμείν και λύειν διαλαλούν πως έχουν εξουσία
μα οδηγεί ο δρόμος τους, εις την ακολασία.

Επλούτισαν μ’εμπόρευμα τις δυό Σου τις διαθήκες
Όλα τα σπίτια των πιστών, θα βάλουν υποθήκες
και η παγκόσμια τράπεζα, σε λίγα χρόνια θα’χει
Δεσπότη αρχιλογιστή και πρόεδρο Πατριάρχη.

Είκοσι αιώνες ζήσαμε με τη χριστιανοσύνη
κι’ακόμα δε γευτήκαμε το ‘επί γης ειρήνη’
γιατί οι ιεράρχες μας είν’απορροφημένοι,
στο πως η οικονομία τους θα’ναι πετυχημένη

Δυό χιλιετίες δωρεές αμέτρητες εισπράττουν
που εις χρυσό, αργύρια και κτίσματα φυλάττουν
και ως αντιπρόσωποι θεού, περνούν ζωή και κότα,
οι δε πιστοί ,κατέστησαν, φτωχότεροι απο πρώτα

Μετά απο τόσους μάρτυρες, του πνεύματος φωστήρες
κατάντησαν με τον καιρό να γίνουν χρυσοθήρες
κι’όταν θ’αναφερόμαστε στους δώδεκα αποστόλους
θα λέμε ‘ο Ιούδας ήτανε καλύτερος απ’ όλους’.

Απο την ανισότητα, η κοινωνία ματώνει
Όμως αυτοί περνούν καλά τ’αυτί τους δεν ιδρώνει.
Όλο εράνους κάνουνε, έχουνε λεν’ ελλείψεις
όμως για χάρη των φτωχών, δεν κάνουν αναλήψεις

Έχει θεριέψει η διαφθορά, η βία η κραιπάλη
ο ένας ζει με ψίχουλα ο άλλος με σπατάλη
ο ένας αγοράζεται, ο άλλος αγοράζει
της κοινωνίας ο ιστός, μέρα τη μέρα σπάζει.

Να μην εμπιστευόμαστε, ο Άμβωνας φωνάζει
το Ευρωκοινοβούλιο, ότι και να μας τάζει
γιατ’είμαστε, ανώτεροι στην πίστη και τα ήθη,
αφού και ο πολιτισμός, εδώ πρωτοεμφανίσθει.

Μα όταν ψήφισε ο λαός και η κυβέρνησή μας
τη γη που δεν αξιοποιούν, να κάνουμε δική μας,
εις την Ευρώπη τρέξανε για να τους δικαιώσει
σ’αυτούς που λένε ηθικά πως βρίσκονται σε πτώση.

Έτσι ο κλήρος γλίτωσε όλη την περιουσία
και η Ευρώπη κράτησε τ’αρχαία μας στα Μουσεία.
Με σκεπτικό ‘ό,τι παλιά, κατάφερες να κλέψεις,
δεν έχεις υποχρέωση μετά, να τα επιστρέψεις.

Κι’απ την Ευρώπη ύστερα που σκέφτηκε να δώσει
ένα πακέτο στήριξης κι’ανόδου να μας σώσει,
πήραν μερίδα λέοντος, μεγάλες ενισχύσεις
οχι σαν ‘οίκοι του θεού’ μα σαν επιχειρήσεις

Υποτιμούνε τους πιστούς, τους κάνουν να πιστεύουν
πως έχουν τα ευαγγέλια δια να τους κοροϊδεύουν
σα να τους λένε υπομονή και της ζωής τα κάλλη,
θα τα γευόμαστε εμείς, ενώ εσείς… στην άλλη.




Κι’αφού είναι σύντομη η ζωή, να μας υπηρετείτε
για να περάσουμε καλά και να συγχωρεθείτε
Ενώ στην άλλη τη ζωή για τα προβλήματά σας
Έχετε όλο τον καιρό για να λυθούν, …μπροστά σας.


Ίσους τους έφτιαξε ο θεός, και έχει την ευθύνη
η Πολιτεία να κυβερνά οχι η ιεροσύνη.
Ότι καλό και ηθικό για τη βελτίωσή μας
δάσκαλοι να παρέχουνε με την εκπαίδευσή μας.

Στους νόμους τους πολιτικούς να ενσωματωθούνε
οι βασικοί θρησκευτικοί, και να εμπαιδωθούνε.
Οι αρχιερείς και γραμματείς, δεν έχουν πλέον θέση
κοστίζουν χρήμα και χρυσό, βγάλτε τους απ’ τη μέση.

Πολύ παλιά, εδίδασκαν αλήθεια και σοφία
τώρα, ο ευεργέτης μας, είναι η τυπογραφία.
Καινή διαθήκη λέγεται το ιερό βιβλίο
που πρέπει να’χουμε οδηγό σε όλον μας τον βίο.

Μα πως το ίδιο έχουνε και το κρατούν στα χέρια
εκατοντάδες αρχιερείς που είναι στα μαχαίρια;
Όπου περνάνε μια ζωή με ιερούς καυγάδες
και τους ταΐζει ο λαός και ζούνε βασιλιάδες;

Τα εξ αποκαλύψεως της θείας εννοείται
δεν είναι φρόνιμο κανείς πλέον να επικαλείται.
Οι πλέον επικίνδυνες της διάνοιας παθήσεις,
μ’αποκλύψεις έρχονται, εάν το αναλύσεις.

Πολύ βαριά ψυχασθενείς για θεραπεία που πάνε,
είτε αισθάνονται θεοί είτε, ή με θεό μιλάνε.
Αυτοί, θα πάρουν συνταγή και ίσως, γιατρευτούνε
μα όσοι δε φτάσουν σε γιατρό, δεν μας ταλαιπωρούνε;

Μια λύση πρέπει να βρεθεί, εάν δε φρονιμέψουν
και θέλουν να πληρώνονται, να πάνε να δουλέψουν.
Της προσφοράς και ζήτησης να δουν την ευλογία
που τόσο την υμνήσανε, σαν «ιδεολογία».

Να πάνε να σπουδάσουνε να γίνουνε δασκάλοι.
Ο κόσμος, τους χρειάζεται, ανάγκη έχει μεγάλη
Να ξέρουν για το Σόλωνα και τη Δημοκρατία
και οχι για το Μωυσή και τα ιερατεία.

Να γίνουνε δικαστικοί και να’χουν σωφροσύνη
να αποδίδουν στο λαό, σωστή δικαιοσύνη.
Να γίνουν αστυνομικοί, όσοι επιθυμούνε
της πρόληψης του εγκλήματος το έργο, να εκτελούνε
γιατί κι’η αστυνομία μας δε βρίσκεται σε δράση
και όλη απο κόσκινο θα πρέπει να περάσει.

Ποιος δεν το ξέρει, έστω κι’αν φοβάται να μιλήσει
Ότι πολλοί απο αυτούς, νονοί έχουν καταντήσει;
Σε όλα τα παράνομα έχουνε πιάσει ρίζα
και συμμαχούν με τους κακούς έχουνε πιάσει μίζα.

Μα τι μπορεί να πεί κανείς, γι’αυτούς τους φουκαράδες
όταν για τα μυστήρια, πληρώνονται οι παπάδες;
Τους δίδαξαν για προσευχές, εγκράτεια και νηστεία.
Τους είπαν για το λάδωμα, πως είναι αμαρτία;

Κυριακή, Απρίλιος 23, 2006

Επαναστάτης ο χριστούλης ε;

ή, αργία μήτηρ πάσης κακίας.

Γίνετε λόγος ,καμια φορά, για την υποκρισία του να ακολουθεί και να παρακολουθεί κανείς τις τελετές τις ορθοδοξίας, απ’τη στιγμή που δεν βρίσκει ούτε γυρεύει να βρει κανένα νόημα σε δαυτες.

Και απορώ για το που είναι τελικά η υποκρισία. Καμια φορά νομίζω οτι δεν βλέπω καμια τέτοια. Αντιθέτως, βλέπω έναν εντελώς συνειδητοποιημένο κόσμο, που πηγαίνει και ακολουθεί και παρακολουθεί ένα πανηγύρι. Μια γιορτή, μια φιέστα γνωρίζοντας που ακριβώς και γιατί βρίσκεται εκεί. Και δεν μπορώ να το πώ υποκρισία το να διαλέγει κανείς να παρακολουθεί μια γιορτούλα επιλέγοντας τη σιωπή, την ανοχή, τη συνενοχή, ή την συναίνεση.

Τον ακολούθησα τον επιτάφιο, γιατί δεν μου αρέσει καθόλου να κάθομαι μόνη μου γνωρίζοντας ότι έξω υπάρχει κόσμος μαζεμένος. Μάλιστα βρέθηκα σε καλή σειρά. Μέσα στις δέκα πρώτες καθ’όλη τη διάρκεια της περιφοράς. Και με δεδομένο ότι κανείς δεν άκουγε χριστό απο τις ψαλμωδίες, καθώς κι’ότι ήταν μια ωραιότατη ευκαιρία να συναντηθεί μεταξύ του κόσμος που’χει καιρό να τα πεί, έμαθα ένα σωρό πράγματα.
Κάποιοι που έχουν μαγαζιά έλεγαν ότι ευτυχώς που’ναι και τούτη η γιορτή κάθε χρόνο και τζιρέρνουν με το ξεκίνημα της Άνοιξης. Άλλοι πάλι έλεγαν ευτυχώς που’ναι κι’οι γιορτές και πάμε στα χωριά μας. Ορισμένοι μάλιστα υπολόγιζαν πως ,και που, θα περάσουν την επόμενη ανάσταση. Μιλούσαν για (ξε)περασμένες αναστάσεις, για περασμένες σούβλες, για περασμένες σχέσεις, για περασμένες εξοχές και περασμένα εξοχικά. Κατά την διάρκεια της περιφοράς έμαθα (επιτέλους πια) για το τι είναι τα εξτένσιονς, μια ακόμη εκδοχή του γιατί τα χάλασε ο Γιώργος με την Νικολέτα καθώς και τις τεχνικές προδιαγραφές του αυτοκινήτου που σκοπεύει να αγοράσει ένας κύριος που βρισκόταν πίσω μου. Και φυσικά δεν γύρισα να πώ «τς, τς, τς, σωπάστε πια, στον επιτάφιο είμαστε!»
Στο επιτάφιο ήμασταν, και γω γι’αυτό πήγα. Για να βρεθώ μέσα στην κοινωνία.
Σε μια κοινωνία που δεν υποκρινόταν καθόλου. Ίσα- ίσα, ο καθένας ήξερε γιατί βρισκόταν εκεί. Έναν έναν να τους ρώταγε κανείς, αμφιβάλω αν θα μάζευε μια ντουζίνα άτομα που να δήλωναν ότι πήγαν να θρηνήσουν τον θάνατο του χριστού ή αόριστα και συγκεκριμένα τον θάνατο δικών τους ανθρώπων.
Άκυρη λοιπόν η απορία του τι γύρεψα εκεί. Σε μια κοινωνική συνάθρηση πήγα.
Όπως πάω κάθε μέρα στη δουλειά μου (αν δεν την έκανα καλά δεν θα πήγαινα) όπως κάνω τις επισκέψεις μου, τα ψώνια μου, όπως παρακολουθώ (α)διάφορες ομιλίες και παρουσιάσεις, όπως πάω κομμωτήριο, σινεμά, γυμναστήριο…
Αν ήθελα να «καταλάβω μεγαλοβδομάδα» θα τη χωνόμουν σε κανα μοναστήρι, θα πήγαινα σιωπηλή κάθε μέρα με το τζιν μου στην πιο απόμερη γωνιά μια εκκλησιάς... Θα έβγαινα κατα συνέπεια απο την κοινωνία. Το έχω κάνει, και θα το ξανακάνω άμα τύχει. Δεν είναι εδώ το θέμα. Το θέμα είναι να ξέρει κανείς που βρίσκεται και γιατί.
Και δεν θα αλλάξουμε, ούτε θα ανατρέψουμε σήμερα την παγκόσμια οικονομία.
(αυριο με το καλό, πάλι αργία θα'ναι)

Άμα τα πάρουμε τα πράγματα σοβαρά, άμα γυρέψουμε να βρούμε την ουσία, τα νοήματα και τα στηρίγματα του κάθε πράγματος, θα τρελαθούμε. Εντελώς. Και είναι κρίμα κι’άδικο.

Όταν γύρισα σπίτι μου το βράδυ της μεγαλοπαρασκευής, την ώρα που έπλενα τα πιάτα μου, τους θυμήθηκα και τους συγχώρεσα έναν-έναν τους μακαρίτες μου. Κι’ ύστερα άνοιξα το συρτάρι, χαζολόγησα μερικές φωτογραφίες, φόρεσα το ρολόι μιας φίλης φευγάτης απο χρόνια, και τους ευχαρίστησα όλους έναν-έναν για ότι περάσαμε μαζί και για ότι μου έδωσαν. Κι’ετσι, είπα ότι έκανα κι’εγώ μεγαλοπαρασκευή.

Και να που φτάσαμε ,κακό του κεφαλιού μας φυσικά, αυτά τα πράγματα να τα γράφουμε. Δημόσια. Συνήθως τα λέμε, τα παραδεχόμαστε χαζοκουνόντας το κεφάλι στο πολύ-πολύ μεταξύ μας. Και ύστερα οπωσδήποτε τα ξεχνάμε. Και λέμε άλλα. Ή δε λέμε τίποτα. Κάποιοι όμως (τι διάολο παθαίνουν;) τα γράφουν και δαυτα. Κακό του κεφαλιού τους βέβαια, αλλά αυτά εχουν, αυτά λένε.

Κατά τ’άλλα, όπως πάμπολες φορές έχουμε πεί, σε τούτο τον κόσμο ο καθένας κάνει την δουλειά του. Άμα δεν μπορεί ή άμα δεν την αντέχει ας πάει να κάνει καμιάν άλλη.

Παραπέμπω δε για κάθε περίπτωση σε προηγούμενο κειμενάκι, οχι δικό μου, υπο τον τίτλο «αυτός που θέλει να ζήσει». Διαχρονικά πράματα. Διαχρονικές αξίες.


Άσχετο εντελώς αλλά τη φοβάμαι πολύ τούτη την Άνοιξη. Οι ΗΠΑ λομπάρουν με κάθε τρόπο και μέσο και ετοιμάζονται εντελώς για το ντού. Η Μέση Ανατολή και ο αραβικός κόσμος παραείναι τούτη την εποχή καζάνι που βράζει, σαν να ετοιμάζονται κι’εκείνοι και να περιμένουν απο καιρό να γίνει η αρχή για να προχωρήσουν στις δικές τους ανακατατάξεις ο καθένας, …., κι’εγω να παρατηρώ την πορεία τούτης της μικρής και φρόνιμης χώρας.
Θα τα πούμε ,δυστυχώς, άλλη ώρα αυτά. Θα τα λέμε για την ακρίβεια, στο εξής. όλοι.

…Θυμάμαι και μια προηγούμενη πασχαλιά (86 ε; ήτανε και πρωτομαγιά κιόλας) που αφού μαζευτήκαμε σπίτια μας το απόγευμα απ’ τους αγρούς, τα σουβλίσματα, τα στεφάνια και τα ψησίματα, πήραμε την κρυάδα. Πάσχα Τσέρνομπιλ τότε.
Τι εποχές…πάλι καλά να λές που τις ζήσαμε κι’εκείνες των μεγάλων οικογενειών …..

(Έρχομαι….. καλά δέκα άνθρωποι δεν μπορείτε να κόψετε σωστά ένα αρνί;!)

Φεύγω, καλή πασχαλιά!

Παρασκευή, Απρίλιος 21, 2006

Δεν δουλεύουμε, κι'έτσι μπορούμε να σκεφτόμαστε.

Ευτυχώς που ξημερώνει καμια μέρα που δεν δουλεύουμε και μπορούμε να σκεφτόμαστε. Καθαρά.

Και που η φάτσα μας ταιριάζει με τη μέρα.
Και που μπορούμε να βλέπουμε τους φίλους μας και να κουβεντιάζουμε τα δικά μας, και να λέμε και καμια μεγάλη αλήθεια, ίσα επειδή το σηκώνει η μέρα.


Πές μου ,καμια φορά, πως γίναμε έτσι; τι διάολο κυνηγάμε;
Τι διάολο κυνηγάει και συντηρεί ο κόσμος όλος;
Πες μου τι θέλουνε, τι γυρεύουνε, τι ψάχνουνε να βρουν και τι λείπει στους ανθρώπους και γράφουνε, μιλάνε, και κυνηγιόνται όλη την ώρα;
…πόσο μοναχοί τους θα πρέπει να είναι, τελικά.

Αϊ στα κομμάτια πια, όλοι οι σοβαροί άνθρωποι είναι κρυμμένοι και σκάς την ψυχή σου να τους βρεις.

Κι είναι καμια φορά που έχεις τόση αγάπη, και δεν ξέρεις(;) ,δεν έχεις μάλλον, που να τη δώσεις. Και τη δίνεις κομματάκια-κομματάκια στον κόσμο, σε σκόρπια και τόσο ειλικρινά χαμόγελα, σε σκόρπιες και τόσο ειλικρινείς κουβέντες και…τρομάζουνε. Δεν είναι συνηθισμένοι φαίνεται.

Παίξτα σιγά αυτά που γουστάρεις σήμερα, γιατί ο κόσμος τα’χει για κεφατζίδικα και δεν καταλαβαίνει τον πόνο που κρύβουνε, ..και φωνάζουνε.
Τα δικά μου δεν απασχολούν τον κόσμο. Next.


Next λοιπόν.
Η μέρα τη σηκώνει τη μελαγχολία, γενικά. Όχι μόνο λόγο της γιορτής της ορθοδοξίας. Αλλά επειδή κάποιοι μπορούν και θυμούνται. Και λένε και γράφουν, μπας και καταλάβουμε κι’εμείς οι νεότεροι της γενιάς του ’80. Και δεν έχω να πω για τον αχταρμά της δικιάς μου σειράς, σήμερα.

Έχω μόνο να (ξανα)πω ,όπως άλλωστε πρόσφατα κι’αφού έπεσα πάνω σε κάτι αλλόκοτες δηλώσεις του Καρατζαφέρη, ότι όλα τα δικτατορικά και φασιστικά καθεστώτα και όλες οι φασιστοειδείς αποχρώσεις τους έχουν κάτι το γελοίο μέσα τους. Σαν τις γελοίες φάτσες της δικτατορίας.
Και το δε φοβερό ,κυριολεκτικά, είναι ότι σήμερα ξεφυτρώνουν και ξεμυτάνε και πάλι ορισμένες γελοίες φάτσες και παρεούλες πατριδοκάπηλες, εθνικιστικές και ξενόφοβες.
Και είμαι αρκετά νέα, απαίδευτη κι’ανιστόρητη ίσως, αλλά μου κάνει εντύπωση όλο τούτο το ακροδεξιό φασισταριό που ξαναγέννησε η χώρα και που διαφημίζει και ζητά πλέον καθαρά και με το νόμο ένα ακραίο ολοκληρωτικό καθεστώς διακυβέρνησης της χώρας.
Και λέω ,μες την αφέλειά μου, που είναι όλοι ετούτοι που μπήκαν μαζί με άλλους ανθρώπους συνειδητά και αποφασισμένα στον αγώνα να ανατρέψουν εκείνο το μαύρο καθεστώς που ντρόπιασε τη χώρα για μια εφταετία, που εξευτέλισε τον πολιτισμό μας και τις δημοκρατικές μας αρχές, που οδήγησε κόσμο στην εξορία, στις φυλακές, στα βασανιστήρια και κατέστρεψε ένα σωρό οικογένειες;
Κι’αναρωτιέμαι ,καμια φορά, για δε μιλάνε αυτοί οι άνθρωποι για τις μαύρες παρεούλες που εμφανίζονται και πάλι σήμερα στην ελληνική κοινωνία. Παρεούλες χωρίς μνήμη, συνείδηση, αντίληψη και ντροπή.

Πέμπτη, Απρίλιος 20, 2006

Τα μάτια σου τα επίμονα, τρελαίνουν κι'επιστήμονα.


Ώρες-ώρες οι φίλοι μου έχουν μυστήριες απορίες. Ένας φίλος με ρώτησε για τις ‘ιδέες του’. Και τα ‘μηνύματά του’. Κι’άμα ο κόσμος τα αντιλαμβάνεται, κι’εαν κατορθώνουν ,ή μπορέσουν κάποτε, να αλλάξουν ,λίγο, ή να επηρεάσουν ,κάπως, τον κόσμο.
Και, .. πρέπει να πώ ότι ανησύχησα. Κι ευτυχώς που έχουμε πει και δυό κουβέντες με το φίλο και μπορούμε πια να συνεννοούμαστε με δυό λόγια.

Τι περιμένεις ρε φίλε, ούτε ένα τόσο δα κομματάκι κόσμου δεν αλλάζει ακούγοντας σκόρπια λόγια στο ραδιοφωνάκι του, ούτε διαβάζοντας σκόρπια κειμενάκια στην οθόνη του. Και είναι σκόρπια γιατί πριν και μετά και την ίδια ώρα με σένα κι’εμένα αν θες, λέγονται πράγματα διαφορετικά, εκ διαμέτρου αντίθετα με τα δικά σου. Και αυτό είναι ή αποκαλείται δημοκρατία (να στο πω με χιούμορ, δημοκρατία είναι να λέει ο καθένας ανέξοδα τη μαλακία του και συμπέρασμα κι’αποτέλεσμα να μην προκύπτει!)

Και δεν κατάλαβα, τι θες να πετύχεις; Τι σόι ιδέες είναι αυτές; Άσε τις ιδέες. Θα τις πιάσουμε άλλη ώρα. Πάμε στις απορίες σου. Νοιάζεσαι για το εάν πέτυχες και θες να το μετρήσεις κιόλας, έτσι; Σαν πολύ νωρίς δεν είναι; Πως θα το μετρήσεις; Νομίζεις ότι μετριέται; Δεν μετριέται. Δεν είναι ,για την ώρα, μετρήσιμες έννοιες αυτά τα πράγματα.

Έχεις και αγαπησιάρηκες ιδέες. Ωραία. Ας πάρουμε αυτές για παράδειγμα. Τις εύκολες. Ο περαστικός από τη σελιδούλα, την εκπομπούλα, ή το βιβλιαράκι σου, που θα σε διαβάσει, θα σε ακούσει και θα πάρει τηλέφωνο την αγαπημένη του να της πει ότι την αγαπάει κι’ότι του έλλειψε κι ότι θέλει να τη δεί, δεν μετριέται. Ούτε είναι μετρίσιμη έννοια αυτά που νοιώθει ο καθένας. Αυτά που ,πιθανότατα, έκανες κάποιον να νιώσει. Και να νιώθεις περήφανος που δύνασαι, κι αντέχεις και σου δίνεται ,στο φινάλε, η δυνατότητα να το κάνεις.
Υποστηρίζεις μάλιστα την συμβολή, κόντρα στην προβολή. Πως μπορείς λοιπόν ν’αναρωτιέσαι για το «που είναι αυτό που έκανα;»! Νιώσε ότι συμβάλεις, πές αυτό μπορώ αυτό κάνω, κι’ας το να ταξιδεύει.
Άλλοι ,φίλε, έδωσαν τις ζωές τους, αφιέρωσαν τις ζωές τους σε αγώνες, ιδέες, στις ιδέες τους, στις ιδεοληψίες τους αν θές, στις ιδεοληψίες άλλων, στις τρέλες(εντελώς) τις δικές τους και σε ξένες. Και τι πετύχανε; (εντάξει, όλοι κάτι κατάφεραν, κατέστρεψαν, άλλαξαν σε κάθε περίπτωση, μη περιμένεις -ή μήπως περιμένεις- θεαματικές ή κοσμοϊστορικές αλλαγές;)
Νομίζεις ότι πήγανε για να πετύχουνε; Μπα. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτό τους υποδείκνυε η καρδούλα ή η τρελάρα τους, αυτό έκαναν. Δεν μετριέται το «τι έκανα;» σ’αυτά τα πράγματα. Δεν μπορείς να αναρωτιέσαι ,σήμερα, τι έκανα.
Εκτός κι’αν εγκληματείς(!), οπότε δικαιολογείται να το λες, και φρόντισε να κόψεις τα εγκληματάκια και εξέφρασε τον εαυτό σου (εκτός κι’αν είναι η πάστα σου τέτοια, οπότε τι να πω;)!

Άκου τώρα. Εμένα με νομιμοποιήσανε (έτσι με βολεύει, έτσι το παίρνω!) να είμαι ο εαυτός μου, και έβαλα στόχο να το ακουμπήσω κάπως σε καμια… εικοσαριά χρόνια. Κι’εσύ αναρωτιέσαι ‘τι πέτυχα;’!
Τι θα πετύχεις είναι το θέμα. Ότι έγινε…έγινε. Άμα κοιτάμε όλη την ώρα πισώπλατα στο τι έγινε ανήμποροι να δούμε μπροστά, θα συνεχίζουμε ωραιότατα τις αλληλοκατηγορίες για το παρελθόν του καθενός, πέφτοντας στην ίδια μπαγιάτικη φάβα που νομίζουμε ότι αποφεύγουμε.

Άλλοι, μιλάνε στον κόσμο χρόνια πολλά, φίλε, και πάλι δεν μπορούν και δεν τους νοιάζει, -κανονικά δεν πρέπει να τους νοιάζει- το τι κατάφεραν και τι οχι. Μιλάνε με τα χρόνια και δεν ξέρουν τι έχουν τελικά καταφέρει. Η αλήθεια είναι ότι μπορεί να έχουν αλλάξει νοοτροπίες, αντανακλαστικές σκέψεις, μπορεί να έχουν αποδώσει σε μερικά πράγματα τα πραγματικά τους μεγέθη, μπορεί,…μπορεί…Μετρίσιμο πάντως δεν είναι τίποτε, για την ώρα.

Οι συγγραφείς πως θα μπορούσαν άραγε να μετρήσουν τη συμβολή τους; Τι θα ρώταγαν; (καλά άσε το εμπορικό κομμάτι) ποιους «άλλαξα;;». Δεν μέτριουνται αυτά τα πράγματα. Παράλληλα όμως χαμένο δεν πάει τίποτα.
Και μη μου παραπονιέσαι ότι «ο κόσμος δεν αλλάζει κλπ» Ο κόσμος έχει αλλάξει, και αλλάζει, δεν το βλέπεις;
Και συ αναρωτιέσαι «τι έκανα;»! …
Άσχετο, αλλά άκου τώρα, Πρέπει με τους ανθρώπους να μιλάς, να μπεις στο σπίτι τους, να φας απ’το φαί τους, να κοιτάξεις αυτά που έχουν να σου δείξουν, τα βιβλία, τα λουλούδια, τα κεντήματα και τις μουσικές τους, να πας παρέα στην παρέα, στις γιορτές και στις βόλτες τους, να πιεις ένα ποτήρι κρασί μαζί τους και να τους ακούσεις. Να μην τους πείς. Να τους ακούσεις. Άκουσε και κατάλαβέ τους. Οι άνθρωποι έχουν ακούσει πολλά και ακούνε τα μύρια όσα. Γιατί να ακούσουν εσένα, τι νομίζεις πως τους λές; Να πούνε θέλουν, τον πόνο και τη χαρά τους. Και θα μου πείς εγώ σε ρώτησα για τις ιδέες μου κι’εσύ μου λες βγές στη βίζιτα;! Όχι βέβαια. Αν νομίσεις κάτι τέτοιο δεν το πιασες. Για να σε νοιώσουνε οι άνθρωποι πρέπει πρώτα να τους νοιώσεις και συ. Απο κοντά. (πως λέμε έχε τον απο κοντά). Σοβαρά κι’αστεία, έτσι είναι.
Κι’αυτά τα πράματα δεν είναι απλά. Ή είναι πολύ απλά. Κάνε αυτό που αισθάνεσαι, κάνε αυτό που κάνεις, και όλα θα (σου) πάνε καλά. .

Τετάρτη, Απρίλιος 19, 2006

Εσύ Χριστό κι'εγώ Αλλάχ. Ομοψυχία στο αχ-βαχ.

Και τι σου φταίω΄γω που το κράτος δεν έμαθε τους επιχειρηματίες του να το σέβονται;

Μια χαρά δεν περνάμε στην εξοχή; Τι θέλετε δηλαδή να λέμε τέτοια ώρα. Όλο σε ανισόρροπες κι’άδικες συγκρίσεις πέφτω τελευταία του τύπου «τα γιότ και τα σκάφη πάνε στην Τουρκία που έχει μαρίνες γιατί εμείς δεν έχουμε», «τα εργοστάσια κλείνουν και πάνε στην Τουρκία γιατί εκεί είναι πιο φτηνά», «τα βαπόρια πάνε για επισκευές στα ναυπηγεία της Τουρκίας γιατί εκεί είναι επίσης πιο φτηνά» κλπ…


Κι’εγω σου λέω πως, τι να σου κάνω που αυτό το κράτος δεν έμαθε τους επιχειρηματίες του να το σέβονται, αλλά να το αρμέγουν και να χαριεντίζονται μαζί του;
Τώρα θα μου πείς ότι πήραμε τα μεγαλύτερα πολιτικοκοινωνικά προβλήματα και τα λύσαμε σε δέκα αράδες. Όχι βέβαια, σε ότι ρωτάς απαντώ. Εκεί πεινάνε, φωνάζεις. Γιατί εδώ δεν πεινάνε; για συνέκρινε τα μεγέθη. Εκεί έχουνε χουνταριό, είναι στη μούγκα και τα κανάλια λιβανάρουνε την εξουσία, ξαναφωνάζεις. Ναι, ε, τι μου λές, δεν έχω ξανακούσει κάτι ανάλογο ….σου λέω κι’εγω.
Και σου λέω επίσης ότι άμα το σεβότανε το κράτος, το χρήμα θα καθόταν εδώ, και οι ξένοι θα κάνανε κρά για να πιάσουνε μια θέση στο δικό μας μαγαζί γωνία. Αλλά για να την κάνουνε κι’οι δικοί μας, απο’κει να καταλάβεις… Και δεν είναι τα λεφτά το θέμα. Θα τα βρίσκαμε στα λεφτά. Είναι που για να εισπράξεις τον σεβασμό πρέπει να τον δώσεις ή έστω να τον εμπνεύσεις πρώτα. Και θα τους κράταγε και το κράτος τους επιχειρηματίες του. Αλλά έτσι που τα κατάφερε, ποιος του δίνει σημασία. (κράτος what is κράτος; α! οι ειδήσεις των οκτώ ε;)

Πρόβλημά της Τουρκίας και της κάθε γείτονος για το πώς συμπεριφέρεται στο λαό, τους επιχειρηματίες, τους τουρίστες, τους επενδυτές του κλπ.
Πρόβλημα δικό μας τι κάνουμε εμείς. Και μην πολυτρελαινόμαστε επειδή έχουμε ,και θα ξεχρεώνουμε διακόσια χρόνια, πέντε (άδεια) στάδια κι εκατό σημαιάκια, και νομίζουμε ότι γίναμε κράτος σοβαρό.
Και πρόβλημά μας (σοβαρό) που με αυταρέσκεια υποστηρίζουμε σθεναρά ότι μας φταίνε όλοι οι άλλοι εκτός απο μας. (μαμάαααα μου πήρε το τόπι!)
Την πατρίδα μου υπερασπίζομαι φιλαράκο. Αλλά είπαμε, τι να σου κάνω που τα κάναμε μαντάρα και καταμπερδέψαμε υπερασπίσεις, τσέπες, επιχειρήματα, καβάτζες, οράματα, (πιάσε μισό κιλό) Πανοράματα, στόχους (μπάμ το βελάκι!) και δε συμμαζεύεται.
Και μου λές κιόλας ότι οι άνθρωποι είναι αμνήμονες! και κουνάς το κεφάλι. Για κούνα το λίγο καλύτερα γιατί κούνια που σε κούναγε, φιλαράκο. Δεν είναι αμνήμονες και μη σου παριστάνουνε τους χαζούς. Βολεμένοι είναι. Και πάρτο χαμπάρι κι’άμε να κλάψεις παραπέρα γιατί με ενοχλεί η υγρασία.

Είπαμε μεγάλες θεωρίες πάλι…..μόνο που ο αυτές τις θεωρίες τις κουβεντιάζει όλος ο κόσμος. Τις αντιλαμβάνεται και τις γνωρίζει καλά. Και τις θεωρίες και τις αλήθειες. Μη κοιτάς που πρέπει να κρατιούνται οι Τύποι. Και τούτη η γνώση είναι η μεγάλη επιτυχία.

Καλά δεν είναι που καθόμαστε στην εξοχή; Άσε μας ρε φίλε που λιαζόμαστε……

Σήκω παιδί μου, σήκω αγάπη μου γλυκιά.

Σήμερα σηκώθηκα νωρίς. Έχει υπέροχες ανατολές αυτήν την εποχή. Τι φωνάζουνε κι’αυτοί οι τύποι πρωί-πρωί στο γυαλί, δεν μπορώ να καταλάβω τι τους πιάνει, κλείστο να πάει στο καλό, μεγαλοτετάρτη είναι σήμερα, μη χάνουμε εντελώς τις εποχές και τις μέρες, τσίμπα δυό σιντάκια και πάμε να κάνουμε καμια βόλτα να δείς και να παρατηρήσεις τα χρώματα έξω. Ας βάλουμε Λάγιο για σήμερα, μέρες που είναι, να πούμε ότι κάτι καταλάβαμε απο Πάσχα φέτος. Πάρε και Κραουνάκη, τα σκουριασμένα χείλη, γιατί θέλω ν’ακούσω και Μοσχολιού σήμερα, και πάρε και το δεν έχω ιδέα, ν’ακούσουμε την τέντα κι’ύστερα το οκτώμιση για να δείς τι ‘χάνουμε’ που καθόμαστε εδώ (τι; δεν το ξέρεις; καλά, εσύ είσαι αλλού!). Νομίζω ότι ταιριάζουνε(!) Ταιριάζουνε δεν ταιριάζουνε αυτά θέλω ν’ακούσω σήμερα. Να πάρουμε και τους σκύλους, αμαρτία δεν είναι να είναι να τους αφήσουμε μόνους τους; Τους έχεις προσέξει πως παίζουνε μεταξύ τους; τι απίστευτα σχέδια κάνουνε! Τόσα χρόνια μαζί και δεν έχουν σκυλοβαρεθεί ο ένας τον άλλον. Και πάντοτε βρίσκουν κάτι διαφορετικό να κάνουν, κοίτα σκυλοενδιαφέρον που το έχουν ο ένας για τον άλλο! Δεν είναι απίθανο; Μόνο οι άνθρωποι βαριούνται εύκολα. Θα φταίει που δεν έχουνε φαντασία. Κι’εγω σου λέω ότι παίζουνε την ίδια κασέτα ξανά και ξανά, μη σου πώ και το ίδιο τραγούδι, και νομίζουνε ότι έχουνε μεγάλο ρεπερτόριο. Την ίδια κασετούλα παίζουνε αλλά δεν θα το κουβεντιάσουμε τέτοια ώρα. 6.15, σήκω να φύγουμε, να πάμε με άλλο κέφι στη δουλειά σήμερα. Τι, τι μ’έπιασε; Μ’έπιασε! Κουβέντα θ’ανοίξουμε τώρα; (με τι εννοείς και τι εννοώ, ξεκίνα παιδί μου προχώρα, η τρέλα κι’ η νύχτα δεν έχουν θεό, το χέρι σου δώσμου και πάμε στου κόσμου την πιο νευρική διαδρομή….που λέει και το τραγουδάκι, μασημένη κασετούλα παίζεις κι’εσύ αλλ’αυτό δε στο λέω γιατί θα παρεξηγηθείς και θα στραβομουτσουνιάσεις, οι ιδέες σε μαράνανε, που γέρασες και δεν το 'χεις πάρει χαμπάρι καημένε!) Θα σηκωθείς χριστιανέ μου; άντε ξημερώσαμε και ξημέρωσε. (μην αρχίσω τα 'γαλλικά' πρωί-πρωί) Καλά, κάτσε εκεί που είσαι. Εγώ φεύγω. θα σε πάρω τηλέφωνο να σε ξυπνήσω, αλλά δε θα σου πώ που είμαι (και να σου πώ…). Έλα γεια.
Βάζω πρώτη. και το σιντί.

Μες στη ζωή σου θα μπω δίχως οίκτο
κι άλλες πληγές θα σ’ ανοίξω,
λόγια τρελά θα σου γράψω στον τοίχο,
μετά στο χτες, μετά στο χτες θα σε ρίξω.

Σ’ άλλο ρυθμό θα περπατήσεις
κι αυτά που έχεις συνηθίσει
όλα μια νύχτα θα σ’ τα σβήσει
γιατί ποτέ δεν έχεις ζήσει.

Μές στη ζωή σου θα μπω να διαλύσω
όσα σου έμαθε ο χρόνος
και τελικά μια βραδιά θα σ’ αφήσω
εσύ να βρεις, να βρεις την άκρη σου μόνος

Τρίτη, Απρίλιος 18, 2006

Μην τα παίρνεις όλα σοβαρά!


Τι μαραθώνιες συνεδριάσεις είναι αυτές;! Έτσι θα το βγάλουμε το ρημαδιάρικο το καλοκαίρι.(;) Αντί να την περνάμε σε κανα μπαράκι στο τρέντι αυτό νησί, κοζέρνοντας και διαβάλλοντας(!) την πιτσιρικαρία, κλαίμε τρεις ώρες τις συνέπειες της κινητής στην υγεία των πολιτών. Κάποιος βέβαια πρέπει να τους σώσει κι’αυτούς τους έρμους τους πολίτες.
Κατά τ’άλλα και πολύ-πολύ σοβαρά δεν μπορώ να καταλάβω τι πιάνει μερικούς μερικούς και ποινικοποιούν τη χρονική διάρκεια των συνεδριάσεων. Τόσο κρατάνε, τι να κάνουμε, άμα σας ζαλίζει να το κόψετε. Κι’εντάξει, να κουβεντιάζουμε όσο θέλετε και αγαπάτε, αλλά ευτυχώς που κουβεντιάζουμε και όσα θέλουμε και αγαπάμε. Πια.

Και…πειράζει που ώρες-ώρες όταν ακούω για βαλίτσες σκέφτομαι τις πολύχρωμες του Ακριθάκη κι’όχι τα Κυπατζίδικα παλιομπαγκάζια;
Πειράζει που έτσι ξαφνικά όπως μπαίνει η άνοιξη, φοράω τα κόκκινα γυαλιά μου και τα βλέπω όλα γύρω σινεμά κι’ούτε ξέρω πώς να ζω ούτε και πως ν’αγαπώ;
Πειράζει που ξημερώνει καμια φορά αλλιώτικη μέρα και κοιτάω την πόλη τρυφερά, διώχνοντας το σύννεφο το γκρίζο;
Πειράζει που κουράζομαι ώρες-ώρες απ’ των ανθρώπων τα έργα κι’έτσι ανάποδα λυγάω του νου τη βέργα;
Που θέλω να ακούω ρόκ αλλά και τα πιο ωραία λαϊκά και να βγάζω και καμια φορά απο μέσα μου το σύστημα που σίγουρα θα μας κάνει να πάμε πριν την ώρα μας παιδιά στα κυπαρίσσια. Γιατί είναι σκούρα τα πράματα κι αλίμονο σε μένα που είμαι φύση ερωτική, τόσα πειράματα εγχώρια και ξένα κι ούτε μια σχέση εκρηκτική.
Και μην τα παίρνεις όλα σοβαρά, βάρυνε η ζωή μας με πολλά, πράγματα άχρηστα που χρόνια κουβαλάμε.

Είχαμε δεν είχαμε δουλειά
κάναμε πολύπλοκα τα απλά.
Ζαλισμένοι στο λαβύρινθο γυρνάμε

Τα μπερδέψαμε και αφού δεν ξεμπερδέψαμε,
μεταφυσική και μπόλικη φιλοσοφία.
και μιλήσαμε, την αναλύσαμε στο γιατρό
την ταραγμένη μας ισορροπία.

Ψάχνεις νόημα να βρεις,
κι όταν το βρεις απορείς
πόσο γρήγορα ξεβάφει.


Και τι μένει τελικά,
η αλήθεια είναι μια,
πως αλήθεια δεν υπάρχει.

Μην τα παίρνεις όλα σοβαρά.
Κόψε φόρα και καμιά φορά
και άσε απλά το ρεύμα βόλτα να σε πάει.
Άραξε σε ήρεμα νερά,
άδειασε από το νου τα περιττά
Και έτσι νιώσε απλά το χρόνο να κυλάει.

Άσχετο, αλλά,
τώρα που θα ανάψει η κουβέντα για τα πανεπιστήμια, είναι μια καλή ευκαιρία να δούμε και να φρεσκάρουμε ποιος λέει τι σε τούτο τον τόπο. Πόσα χρόνια είχε να κουνηθεί φύλλο; 24;! Τι σόι ομερτά ήτανε τούτη δω τόσα χρόνια.., κι’όχι πως έχω στηρίξει τις προσδοκίες μου στο συγκεκριμένο άνοιγμα, αλλά λέμε τώρα.

Α! και συγγνώμη που δεν την έχω μεγάλη. Τη γραμματοσειρά.
Μεγάλη πρεμούρα και πολυσέλιδες αναλύσεις για τα πρίνσιπαλς (έτσι δεν τα λένε;) παρατηρώ τελευταία. Κι’άλλα παρατηρώ αλλά δε γ….ψηλά καπέλα.
Λύστε πρώτα τα οικογενειακά σας, κι ύστερα τα λέμε.

Κυριακή, Απρίλιος 16, 2006

Κούνα και λίγο την ουρίτσα σου, καλή μου.


Η ουρά.
Έχουμε γίνει διεθνώς πολλές φορές ρεζίλι
μα δε συμμορφωνόμαστε, αγαπητοί μου φίλοι.
Πληρώνουμε τηλέφωνα, μας παρακολουθούνε
Εισπράττουνε «ευχαριστώ» εις βάρος μας γελούνε.

Εν σχέση με τη Βόντ(ι)αφον ταιριάζει η παροιμία
«σιγά μη στάξει η ουρά» κι ακούστε εν συντομία.
Κάποτε, σ’ένα σπιτικό και πάντα εν Ελλάδι
έπεσε ένας ποντικός σ’ένα βαρέλι λάδι.

Έμειν’εκεί πολύν καιρό, το πόσο, αγνοούμε
όσο περίπου ο ποντικός της Βόντ(ι)αφον ας πούμε.
Όταν τον ανακάλυψαν, κάποιος με την σειρά του
τον τράβηξε απότομα, «μη στάξει η ουρά του»

Ήτανε πράξη, λογικά που δεν αποσκοπούσε.
Μέσα στο λάδι ο ποντικός για μήνες κολυμπούσε
μα εκείνος εκαμάρωνε πως έδωσε αγώνα
αφού να στάξει εμπόδισε την τελευταία σταγόνα.

Το ίδιο και η Βόντ(ι)αφον με το λογισμικό της
και της παρακολούθησης το βρωμοποντικό της,
έντεκα μήνες μάθαινε όλα τα νιτερέσα
και στο λεπτό σταμάτησε «μη στάξ’η ουρά του μέσα»

Έντεκα μήνες διαγωγής κακής κι’απαραδέκτου
ξεπλύθηκαν με τράβηγμα ενός δευτερολέπτου.
Το κάναν λέει για καλό, μα πέτυχαν τους στόχους
να καλυφθεί ο υπαίτιος μ’όλους τους συνενόχους.

Αν τ’άφηναν να έμενε για λίγο χρόνο ακόμα
θα πιάνονταν οι ένοχοι, λεν’όλοι μ’ένα στόμα.
Μα αυτό το λίγο διάστημα, εις στην αφέλειά μας
λένε πως ήταν κρίσιμο για την ασφάλειά μας.

Τους είπαμε ευχαριστώ που απο θέλησή τους
για ένα λεπτό σταμάτησαν τη συνακρόασή τους
και τους παραδεχτήκαμε πως έχουνε και μπέσα
που τράβηξαν τον ποντικό «μη στάξ’η ουρά του μέσα».

Το ποιηματάκι το γράψαμε χτές παρέα με τον φίλο μου τον κύριο Δ. την ώρα που μαζεύαμε κουκιά απο το χωράφι. Τέτοια κουκιά μαζεύουμε εμείς. Και αυτή είναι η εποχή τους. Κι’οι καιροί του φετινού χειμώνα τα έχουν κάνει νοστιμότατα. Καμια φορά μάλιστα τα μασουλάμε και ωμά. Γενικότερα πάντως είναι εποχή κουκιών. Μόνο που τα άλλα κουκιά δεν φύονται σε αγρούς αλλά ενίοτε μεταξύ αγρίων ενώ καταπίνονται δαγκωτά κι’αμάσητα.
Και δεν μου κακοφαίνονται καθόλου. Ίσα ίσα. Μια χαρά κουκιά είναι κι’αυτά. Είναι άσχημο όμως όταν καμια φορά όταν σου ζητάνε να τα πάρεις με το ζόρι.

Άσχετο, αλλά μου τη βιδώνουν άσκημα και δεν τους κάνω καθόλου παρέα, κάτι μονοδιάστατους τύπους που έχουν έναν και μόνον ,τον δικό τους στοκίσιο, τρόπο να βλέπουν τα πράγματα. Και δεν ανέχονται καθόλου οτιδήποτε τους ξεπερνά. Οτιδήποτε είναι χαρούμενο, ζωηρό και δημιουργικό και αποστρέφεται τη μικρόνοια και την μικροψυχία τους. Τι κρίμα να μην (μπορεί να) είναι κανείς λάρτζ!

Οκ, but don’t be, afraid of course.
Ok, κι’αφού κάθε απόπειρα για συγκεκριμένη περιγραφή του όποιου μηδενός ακυρώνει το ανθρώπινο μυαλό, ας (προσπαθήσουμε να) το πάρουμε στ-οργικά.
I really wonder some times whether we have, or need to find this stupid X.
Να δώ πότε θα καταλήξουμε στο 2, fearless φυσικά.


Δεν είναι υπέροχα τα «βάγια» που φτιάχνουν και μοιράζουν οι γιαγιάδες σε εκκλησιές και πλατείες σήμερα, των Βαΐων, στον τόπο που ζω;

Σάββατο, Απρίλιος 15, 2006

Μη φοβάσαι, βρέ παιδί.


Με βλέπεις αδέσποτη και φχαριστιέσαι ε; Εντάξει φίλε. Το καταλαβαίνω. Όλο και κάπου εξυπηρετώ κι’εγώ με την αδεσποσύνη μου. Κάνεις και λίγο το χαβαλέ σου. Αποκτά η ζωή σου, όσο να‘ναι, ένα κάποιο αουτσάιντερ ενδιαφέρον. Κάνεις και λίγο χάζι. Κάνω και λίγο τις τύψεις σου, φοράω ώρες-ώρες και τη μουτσούνα της θλίψης σου, και είμαστε οκ. Βλέπεις τι ωραίο μοντέλο που είμαι; Και μπορώ ,είναι η αλήθεια, να προβάρω ότι κουστούμι θες, για πάρτη σου. Για την ώρα κάνε το χάζι σου. Κάνω κι’εγω το χαβαλέ μου. Κι’όλοι την δουλειά μας, φυσικά. Και ξέρεις καταλαβαίνω καλά το βάλε-βγάλε πια.

Και είναι αυτό που εξηγώ τελευταία. Πως ο καθένας κάνει την δουλειά του. Ο καθένας κάνει μια δουλειά. Και δεν (κάνει να) κρίνουμε τον εργαζόμενο, την δουλειά του κάνει ο άνθρωπος. Ας κρίνουμε καλύτερα την δουλειά την ίδια. Τα δεδομένα τα εργασιακά. Κι’αμα έχουμε κέφι, ας τ’αλλάξουμε, λίγο.

Και ξέρεις ,κανονικά, τα τραγουδάκια τα λέω εγώ.


Και λέω, και προσπαθώ να βάλω τα πράγματα στις διαστάσεις και στα αντικειμενικά τους μεγέθη. Και λέω κοίτα παραέξω απο την πόρτα σου και συνέκρινε. Ποιος σε κορόιδεψε άγρια και σου είπε ότι «συγκρίνεις τα ανόμοια και τα άνισα;» Ποιος ρε φίλε όρισε για την πάρτη σου και για την πάρτη όλου του κόσμου τα μέτρα και τις διαστάσεις; Ποιος δεν σε αφήνει να τα ορίσεις εσύ; και να κρίνεις τι είναι μεγάλο και τι είναι μικρό.


Α! και πρόσεχε άμα τύχει και «ανακαλύψεις» καμια Αμερική, μη βγεις και το βροντοφωνάξεις στους δρόμους. Κράτα το για πάρτη σου, φιλαράκο, και μοιράσου τα νεοανακαλυφθέντα σου με κανα φίλο στην παρέα. Μη και γίνεις γελοίος δηλαδή για θα’ναι κρίμα. Μη και νομίσεις ότι μπορείς να τα φωνάζεις γλιτώνοντας την ξεφτίλα. Κι’άμα βρεις κανα καλό φιλαράκο που θα μπορέσει να στραβοκοιτάξει την ώρα που θα χρειαστεί, να νοιώθεις τυχερούλης.

Και σε βλέπω να υποστηρίζεις με αυτάρκεια και υπεροψία ότι «κοιτάω τα παραέξω επειδή δεν μπορώ να «κοιτάξω» τα γύρω μου πράγματα». Ότι κοιτάζω τις ξένες δουλειές επειδή είμαι ανίκανη να κοιτάξω την δικιά μου. Και σκέπτεσαι «άστηνε και τούτη’δω, θα πει, θα πει, θα ξεθυμάνει. Σάματι ασχολείται με τα δικά μου ή τα δικά μας πράγματα; βολικούλα εντελώς είναι αλλά δεν το καταλαβαίνει, Άστηνε λοιπόν να φωνάζει για τους ξένους, κι’αμα έρθει η (μαύρη για‘κείνη φυσικά) ώρα που θα τολμήσει απο αφοβιά ή αφέλεια να ακουμπήσει κάτι δικό μας, βλέπουμε.
Και ξέρεις το ίδιο πράμα λέω κι’εγω. Βλέπουμε.

Τώρα, εάν γράψω πως το άσπρο χρώμα το κάνεις εύκολα μαύρο ρίχνοντας μια στάλα μαύρο στο μίγμα, ενώ για ασπρίσεις το μαύρο χρειάζεται μεγάλη (αλ)χημεία και επιμονή, υπάρχει κίνδυνος να παρεξηγηθώ; Βρέ δε βαριέσαι..

Παρασκευή, Απρίλιος 14, 2006

We are living in a submarine, but we don’t (want to) know.


Όχι στα ζόρια, ναί στα ζόρικα.
Βιάστηκα κάποια στιγμή να γράψω, κι’ύστερα λέω για στάσου, εδώ δεν κλείνουμε ύλη, καμιά ιδέα γράφουμε, κι’αυτά που αισθανόμαστε. Κι’αμα λάχει, κάποτε, και γίνουν οι ιδέες, προτάσεις, μακάρι να’ναι οι μπάνικες. Τις ιδέες λοιπόν, κι’εδώ δεν είναι δουλειά. Δεν έχει ωράριο, ούτε υποχρεώσεις, ούτε κανα ζόρι.

Κι’είχα έτοιμα μερικά επίκαιρα, αλλά είπα να βάλω και μερικά συμπληρώματα.

Take your hands off me.
Χεράκια, απεφάνθει η ΑΔΑΕ, ότι τοποθέτησαν το λογισμικό-ρουφιάνο στα μηχανήματα της Vodafone. Χεράκια ,κι’όχι ηλεκτρονικά, έτρεχαν το σύστημα. Χεράκια ,κι’όχι χάκερς, πηγαινόφερναν τις δισκέτες και τα mp3(!).
Και καλά να μάθουμε ποιανών ήταν τα χεράκια. Ποιος τα έβαλε (εκεί που δεν θα έπρεπε), θα μάθουμε;

Roof –garden.
Όταν το παρακράτος μάχεται το κράτος (το αντίστροφο είναι κομμάτι δύσκολο).
Το σήκωσε το γάντι ο Πολύδωρας στην συνέντευξή του στην Κυριακάτικη ‘Ε’.
Κι’εγω, δύο πράματα, λέω. Καλή φώτιση.
Γεγονός είναι πάντως πως τελευταία όλο και κάτι ακούγεται, σε ότι αφορά την υπόθεση των υποκλοπών. Τα συμπεράσματα της ΑΔΑΕ ήδη λένε πολλά.

Κάποιος να με προσέχει.
Τι έγινε ρε παιδιά, τι σας έπιασε ξαφνικά και την είδατε ότι τα μπλόγκς ,λέει, παρακολουθούνται; Σιγά την υπόθεση. Τα μπλόγκς είναι ανώνυμα, οι συντάκτες τους οχι. Λίγη όρεξη να΄χει κανείς και πάνω απ΄όλα να θέλει.
Αλήθεια, δεν αισθάνεσθε ώρες-ώρες αβάσταχτη μοναξιά; Κρίμα, γιατί πάντα υπάρχει παρέα.
Μοιάζει πάντως τόσο χαριτωμένο που’σου’ρχεται να κάνεις ένα μπλόγκ και να προκαλείς θεούς, δαίμονες και κοινά δαιμόνια, ίσα για να δείς αν και πότε θα πάθεις κανα κακό.
Διάφοροι αναρχοαυτόνομοι στα σάιτς τους διαφημίζουν τις μαζώξεις τους. Κι’ οι άλλοι δεν πάνε να τους μαζέψουνε. Μυστήρια πράματα. Παίζει βέβαια το να τους αφήνουνε να παίζουνε παιδικά παιχνιδάκια, να εκτονώνουν ελεγχόμενα την παιδική επαναστατικότητά τους, μέχρι φυσικά ν’αποφασίσουνε να χοντρύνουν το παιχνίδι. Μυστήρια πράματα both sides.
Είπαμε, μαύρα γυαλιά και καπέλο, και είμαστε οκ.

Συμ-βολή, προ-βολή, ή προς-βολή;
Και μου λές, συμβολή και οχι προβολή. Και συμφωνώ. Δες τι ωραίες λέξεις. Συμφωνώ και με πονάει. Αλλά δεν μπορώ να μην σου αντιτείνω με θλίψη, αγανάκτηση και οργή πως «καλά εσύ σε ποιο κόσμο ζεις;» Καλά τα λές, αλλά για βγές τώρα και λίγο παραέξω να δείς τι γίνεται.
Έχεις δεί ε; γι’αυτό το λες.
Οκ. το δέχομαι. Και σαν τι λες να κάνουμε τώρα, φίλε;
Να συμβάλουμε κάργα και να κοιτάξουμε μπάς και πάρουμε καναν άλλον παρέα.
Πάλι οκ. (μ’αρέσει που στο τέλος συμφωνούμε).

Και σου αρκεί αλήθεια η συμβολή; Αρνήσαι δηλαδή το δεύτερο;
Φαντάσου φίλε να συμβάλεις με την συμβολή σου (γούστο που’το’χει για σύνταξη!), να συμβάλεις και με όλα τα απαραίτητα εργαλεία, με επιχειρήματα, με τα απαραίτητα κίνητρα, την φρασεολογία και το ύφος σε μια ιδέα, και αφού πρώτα μπουν στην πάντα ,ακριβώς επειδή είναι δικά σου (μη γυρίσει δηλαδή και μας ζητήσει και τα ρέστα), ύστερα να μπαίνουν μπρος και συ να το μαθαίνεις τελευταίος. (Αυτό κι’αν έχει γούστο).
Και τώρα τι λές φίλε; «σκασίλα μας και σημασία έχει που συμβάλαμε, τι να την κάνουμε την προβολή;» κλαψουρίζεις που είσαι στην απέξω; ή φτάνεις να το θεωρείς προσβολή;
Στην πρώτη περίπτωση, «εσύ παιδί μου είσαι θησαυρός! που ήσουνα κρυμμένος τόσον καιρό;» Στη δεύτερη «τι να σου κάνω ρε φίλε, ας τις διαχειριζόσουνα καλύτερα τις «σοφίες» σου, βλέπεις να γράφει απέξω ότι εδώ είναι κανα ίδρυμα;»
Στην τρίτη, αυτοαναιρείσαι πανηγυρικά και «κοίτα φίλε να διαλέξεις τι τελικά θες, κι’άσε μας στους νταλκάδες μας».
Σε κάθε περίπτωση διαλέγεις και παίρνεις, το αν σε νοιάζουνε οι διατυπώσεις ή οι εντυπώσεις.

Τώρα που μπήκε(ς) να δω πως θα βγει(ς).
(και πως θα είσαι)
Άλλος πάλι φίλος μου’πε κάποια μέρα «μπες και λίγο στην κοινωνία». Και δεν μπόρεσα, δεν το’φερε η σύντομη κουβέντα, ούτε κατόρθωσα να πώ ότι αυτή η κοινωνία στην οποία αναφέρεσαι δεν μου πολυαρέσει, γι’αυτό μπαίνω και βγαίνω κατά την κρίση, τις αντοχές και τις ανοχές μου. Με τον ίδιο τρόπο με δέχεται κι’εκείνη. Κι’ετσι οι σχέσεις μας είναι τυπικές. Πηγαίνει ο ένας στις χαρές και στις λύπες του άλλου, πίνουμε κανα καφέ (της παρηγοριάς), λέμε και καμια μαλακία να περνάει η ώρα, αποχαιρετιζόμαστε και πάμε σπίτια μας. Δεν έχουμε και πολλά πολλά. Και δεν το’φερε η κουβέντα να ρωτήσω «κι’εσύ, νομίζεις ότι ζεις στην κοινωνία;» Ποια είναι αυτή η κοινωνία; Εγώ το λέω μικρόκοσμο, και προβλέπω ότι θα μικρύνει κι’άλλο και πάρτο χαμπάρι. Αυτή είναι η δικιά σου κοινωνία, αυτό που έχεις εσύ στο μυαλό σου για κοινωνία.
Να το πώ απλά, μη μπερδευόμαστε. Άλλα εχω‘γω κατά νου μιλώντας για κοινωνία, άλλα εσύ, άλλα ο καθένας. Άλλη είναι κι’αυτή η ίδια. Και μην αυταπατάσαι πως αυτό που εννοείς εσύ για κοινωνία, είναι αυτό που υπάρχει έξω. Και δεν αυταπατώμαι πως αυτό που εννοώ εγώ για κοινωνία, είναι αυτό που υπάρχει έξω. Ο κόσμος αλλάζει. Μέρα με τη μέρα. Και δεν θα γίνει όπως θές, ούτε όπως θέλω. Και καλύτερα, και άστονε να δούμε πως θα γίνει μόνος του. Γιατί αυτός ,ο κόσμος, ξέρει καλύτερα.
Η μόνη διαφορά είναι ότι εγώ ,λόγο της ηλικίας μου, καμια φορά γίνομαι βιαστική και ανυπόμονη. Κι’ετσι κάνουμε ωραιότατα παρέα κι’ο καθένας είναι στην κοινωνία του (γαμώ την κοινωνία μου).




Γίνε ότι είναι να γίνεις να τελειώνουμε.
Και ύστερα πάλι μου είπανε, «να είσαι ο εαυτός σου». Και είναι η πιο σοβαρή κουβέντα που έχω ακούσει. Ίσως κι’η πιο σοβαρή που έχει ειπωθεί.
Και το σκέφτηκα λιγουλάκι. Όχι με αυτήν την (γ…) κυκλοειδή μου σκέψη, το σκέφτηκα εντελώς πρακτικά.
Να είμαι ο εαυτός μου; Μπα, και πως γίνεται αυτό; Υπάρχει κανα κόλπο και γίνεσαι έτσι; Ποιος είναι ο εαυτός μου;
Αυτό(ς) που δείχνω, που πρέπει να δείχνω, που έμαθα και συνήθισα να δείχνω τόσο πολύ που δεν ξέρω πια τι είναι δικό μου και τι επίκτητο;
Και ποια είναι ,τελικά, η δικά μου μουτσούνα; Ξέρεις έχω ένα σωρό, άσπρες, μαύρες, κίτρινες, κόκκινες, μπλέ, πράσινες, πορτοκαλί. Έχω μουτσούνες με φτερά, με χρυσόσκονη, μεταξωτές, ναυλον, μουτσούνες σοβαρές, αστείες, κυριλέ, παιχνιδιάρικες, ότι θες και για κάθε περίσταση!
Αυτό είναι το πρόβλημά σου.
Δηλαδή να πετάξω τις μουτσούνες μου για να δω ποια θα μείνει στο τέλος;
Ναί.
Αλήθεια ,αυτό, θα πάρει καιρό;
Εξαρτάται απο το μέγεθος του βεστιαρίου. Βλέπω ότι έχεις μεγάλο, αλλά κάτι γίνετε.
Κι’αμα είμαι, γίνω δηλαδή, ο εαυτός μου, τι θα τονε κάνω μετά; Θα χωρέσει πουθενά; ή θα τονε βολοδέρνω αδέσποτο εντελώς; Και ξέρεις δεν μου αρέσει καθόλου η μοναξιά. Και δεν τους μπορώ καθόλου τους ποιητές που τρώγονται με τις μοναξιές τους. Εμένα μου αρέσει ο κόσμος κι’ η αντάρα, και δεν μπορώ με τίποτε να τα στερηθώ, εντάξει;
Εκεί, δεν έχει καθόλου μοναξιά. Να με ακούς. Εδώ έχει. Και κάντο τώρα που μπορείς.
Οκ!

Απίθανη η φεγγαράδα απόψε έτσι;

Τρίτη, Απρίλιος 11, 2006

It’s your age it’s my rage, you think;

Στους σεφτέδες, καλά τα πάω.
Να (σ)το πώ κι’εδώ. Αυτό με τους υπολογιστές στην πατρίδα, μου θυμίζει αυτό που έκανε (ή νόμισε ότι θα έκανε) o χαοτικός GAP (THE –τονισμένο- GAP). Που πήγε να το γυρίσει στα κομπιουτερικά κόλπα. Και είδαμε την προκοπή.
«Θα το κάνουμε και με υπολογιστές!» αναφώνησε με ενθουσιασμό.
Φίλε, παρτ’αλλιώς γιατί βρήκες.
Έλεγα να το κάνω αστειάκι την πρωταπριλιά. «Χάος επικρατεί στον κόμβο (κόσμο) του GAP απο τη μαζική συμμετοχή μελών, φίλων, υποψηφίων υποψήφιων νεαρών, υποψηφίων γαμπρών, ανυποψίαστων πολιτών, συγγενών, γειτόνων, ομογενών, ομοφυλόφιλων, ομόθρησκων, αλλόθρησκων και αλλοδαπών χορευτριών. Η κατάσταση στον κόμβο βρίσκεται εκτός ελέγχου και καταστατικού. Οι αιτήσεις και τα αιτήματα των νέων νεαρών μελών και φίλων έχουν ξεπεράσει τα τεσσεράμισι εκατομμύρια και οδεύουν ολοταχώς στα πέντε. Η συμμετοχή έχει χτυπήσει κόκκινο. Οι διαχειριστές του κόμβου έχουν σηκώσει τα χέρια ψηλά, κι’όπου σταθούν κι’όπου βρεθούν δηλώνουν αγωνιωδώς ‘τι θα κάνουμε με τόσες αιτήσεις και αιτήματα!’ Σύμφωνα με πληροφορίες, στην εκτόνωση αυτής της ακατάστατης κατάστασης κλήθηκαν να συμβάλουν οι ειδικές δυνάμεις (της σελίδας), οι ειδικές δυνάμεις (οι γνωστές), δυνάμεις του στρατού, της αστυνομίας, του ΓΕΑ, του ΣΔΟΕ, των ΟΥΚ, του ΟΠΑΠ, η κρατική ορχήστρα Αθηνών και οι συμβασιούχοι καθηγητές των ΤΕΕ».

Το σκέφτηκα απο’δω, το σκέφτηκα απο’κει, το γυρόφερα, το πήρα τελικά απόφαση. Ας την ανοίξουμε την κουβέντα.
Τώρα, θα αρχίσουμε τον εμφύλιο; θα τον τελειώσουμε; αυτά είναι ‘ιστορία’ -και να κοιτάξω να ξεκολλήσω- και πάει πέρασε και κοιτάμε με ρεαλισμό μπροστά; Τι να πώ, ό,τι δια-λέξεις παίρνεις.
Απαντώ απο το σπίτι μου. Δεν είναι σωστό να κυκλοφορώ σε ξένα σπίτια τη μουρμούρα μου. Και δεν είναι γκρίνια ένα ψιλοξίνισμα είναι. Και δε βαριέσαι, φίλε. Στο δικό μου σπίτι, έχω φίλους. Για τέτοιους τους μετρώ.

Αν μας καταδιώκει; Άγρια! (πως λένε τι είναι μαύρο και σε παίρνει απο πίσω;)
Όχι όμως με κομπλεξικό, συμπλεγματικό τρόπο, οχι δα τέτοια μιζέρια. Μας έχει δια-μορφώσει, συνεχίζει να το κάνει, μας καθ-ορίζει, αλλά να είναι ,φίλε, παρελθόν που να κοιτάει μπροστά. Όχι πίσω απο την πλάτη του, γιατί θα στραβολαιμιάσει και θα κολλήσει σε αυτήν τη στάση. Να κοιτάει τον ορίζοντα. Και δεν θα πάθει και τίποτε, σοβαρό τουλάχιστο. Το πολύ πολύ καμια μυωπία, αλλά διορθώνεται. Το πολύ πολύ να δείχνει κομμάτι αρπαγμένος, αλλά δε βαριέσαι. Αυτό κι’αν είναι νίκη.

Και είναι που τα εχεις πεί, σαν, κάπως όλα. Κι' άντε να τα συντηρείς και να τα φρεσκέρνεις όλη την ώρα. Γίνεται; δε γίνεται. θές να πάς παραπέρα. Εκ των πραγμάτων πας παραπέρα. Το θέμα και το πρόβλημα, και το γαμώτο είναι μετά τα παραπέρα μην πας στα παρα-κάτω. Είναι κι'αυτό ενα ζόρι. Αλλά ξεπερνιέται. Πάντα εχει και παραπέρα και παρακάτω και οτι αγαπάς.

Α, είναι κι’αυτό. Ωραία, λοιπόν, να την ανοίξω την ψυχή μου. Εσύ ακολουθείς; μπας και βγούμε κάπου δηλαδή. Ξέρω‘γω πια, μπάς και είναι αυτός ο τρόπος που λείπει. Και να την ανοίξω, αλλά μια χαραμάδα (καλά, διάπλατα φαντάστηκες;!) μη πάθουμε και καμια λαχτάρα και άντε μάζευτα μετά, και ψυχές και σκόνες και πούπουλα. Γιατί μη φανταστείς ότι θα έρθει κανένας να βοηθήσει. Αν θες πάλι, λέμε για κομπιούτερ. Μια χαρά είναι, κάποιος πρέπει να κάνει και αυτήν τη δουλειά. Πιο χρήσιμο απ’ όλα είναι στην τελική. Πιάνει τόπο. Δεν είναι μόνο το’παμε και πάει. (τώρα που το’παμε, πάμε να δούμε ποιος θα αναλάβει τη «δουλειά»).
Αλλά άμα είναι να τις ανοίξουμε, χαραμαδωτά, να τις πάμε και κάπου. Να‘χει και κανα αποτέλεσμα. Άμα είναι να κάνουμε ατομική ή ομαδική ψυχανάλυση, άσε καλύτερα, πάω και μοναχή μου στους καλύτερους γιατρούς.
Τα’χω ξαναπεί.

Και δεν σε παρεξηγώ, (έχω ένα τζοκοντίσιο χαμόγελο τούτη την ώρα) αλλά μη μου ζητάς να σε δικαιολογήσω κιόλας. Για την ώρα.

Ξέρεις τι φοβούμαι πολύ; Μη και αρχίσω και δικαιολογώ αβέρτα κουβέρτα. Μην αρχίσω να βρίσκω ένα-γύρω δίκια. Τα δίκια του καθενός. Γιατί πως θα βρώ τα δικά μου ύστερα, φίλε.

Άσχετο, αλλά δεν είναι φοβερό κατόρθωμα ότι έχει να πει κανείς, να το λέει δημόσια; Γούστο δεν έχει; μαγκιά ε;

Άλλα είχα σκοπό να γράψω σήμερα.
Αλλά, όλα τα πράγματα έτσι δεν είναι; Αλλού γι’αλλού ξεκινάς, κι’αλλού ο καιρός σε πάει.

Μ’αυτό το λίγο-λίγο που είναι μεγάλη πονηριά,
θα τη βρούμε (οχι μωρέ την ευθεία)
την αλήθεια (του ο καθένας) τελικά.

Άμα θέλει, δεν είναι δα και υποχρεωτικό.

Κυριακή, Απρίλιος 09, 2006

Κι’ο μήνας έχει εννιά.

Βλέπετε τι παθαίνει κανείς όταν μιλάει για απολιθώματα; πόσο μάλλον όταν δεν είναι γεωλόγος. Ποια Σουηδέζικα μοντέλα (Ίγκριντν αγάπη μου, βγαίνεις) και ποια Σουηδική γυμναστική. Εδώ χορεύουμε καρσιλαμά, κι’ όποιος γουστάρει.
Το πολιτικό μήνυμα της αποπομπής Φλωρίδη είναι πως είμεθα όλοι νέοι και ωραίοι.
Δεν υφίσταται τίποτα παλαιό.

Όχι άλλο νέο! (κατά το οχι άλλο κάρβουνο).
Οοοοχι βέβαια, δεν βρίσκομαι στην ανάγκη να αποκυρήξω προηγούμενα κειμενάκια (σα νωρίς δεν θα ήταν;)
Η λύση είναι να πάνε όλοι πακέτο στο Πασοκ. Κάπου θα πρέπει να μπούνε κι’αυτοί. Θα ανοίξουνε δουλειές, θέσεις εργασίας, θα αυξηθεί η απασχόληση, θα υπάρξει ,κατά συνέπεια, ανανέωση.

Βέβαια, θα αυτοκτονήσουνε δυό-τρεις , αλλά δε βαριέσαι, έτσι συμβαίνει με τα γιοφύρια και τα μεγάλα έργα. Κάποιοι μπαίνουν ,και μένουν, στα θεμέλια.
Μωρέ δεν είναι ηλικιακός ο πόλεμος, για το πετρέλαιο είναι.
Γιατί όπως έχουμε ξαναπεί, η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράμα, αλλά η σωτηρία της καρέκλας, ακόμη μεγαλύτερο.
Άντε Νίκο-Μωυσή, και υπεύθυνος του τομέα στήριξης των θυμάτων σεξουαλικής κακο-ποίησης. Έλα Αλέκο, ο τομέας της στήριξης της νέας γενιάς (κλεφτόπουλων) σε περιμένει.

Σόρυ, αλλά μ’αυτά που κάνουν οι δικοί σας περιμένετε χαΐρι; Αυτοί πάνε και κρυφοστηρίζουνε ,στις δημοτικές, ότι πιο ακροδεξιό υπάρχει. Μαζέψτε τους.

Δεν άκουσα, τι είπατε; ορίστε; Συγνώμη κύριε, ποιος είστε;
Κι’εντάξει ο Βουλγαράκης, δεν περίμενα και τίποτε ευφυέστερο ή ψιλιασμένο. Σιγά μην πήγαινε το μαυλό του πάνω στον ντελιριακό του ενθουσιασμό ,που θυμήθηκε τα ένδοξα φοιτητικά του χρόνια, ότι την επομένη θα γ….εκείνον μ’αυτά που πανηγύριζε.
Τους άλλους τους μάρανε ο Πολιτισμός…ο πολιτικός και ο σκέτος.
Μωρέ άμα δεν σου περνάει απο το νιονιό να φυλάξεις τη γούνα σου, άντε μετά να δια-φυλάξεις τις πολιτιστικές τις κληρονομιές.
Πέραν τούτου το γ…είναι παράξενο πράμα. Απαιτεί προσοχή και ασφάλεια.
Κι’αμα το κάνεις σε δημόσιο χώρο η μαγκιά είναι να μη σε πιάσουνε, έτσι και σε πιάσουνε δεν είσαι μάγκας είσαι μ... . Πόσο μάλλον άμα μετά, άμα το αρνήσαι.
Και λες, ποιος εγώ; δεν ήξερα, δεν άκουσα, δεν κατάλαβα. Κατάλαβες;

Την παροιμία με τον Μανολιό την ξέρεις; ή «το όλον»
Α! ρε κατακαημένε Γιωργάκη, τι σου μέλει να πάθεις. Διότι πρώτα κάνουνε και μετά λένε. Στην περίπτωση που πρώτα πούνε, δημιουργήσουνε προσδοκίες, και ύστερα δεν (μπορέσουνε να ) κάνουνε, εκεί αρχίζει η παρακμή.
Τελικά αυτό το παιχνίδι με τις «μουσικές καρέκλες» το έπαιζαν όλοι μικροί.

Ο Ανδρουλάκης κλαψουρίζει γιατί είναι στην πάντα. Καλά τι περίμενε μ’αυτά που έχει γράψει; Τα ‘χουμε πει ένα σωρό φορές. Δεν του φτάνανε τα βαμπίρ, ήθελε και κανίβαλους. Στην πάντα και στην παρανομία….

"Έστι ουν τραγωδία" ή « το ολοκληρωτικόν»
Καλά λένε ότι όλα τα δικτατορικά και φασιστικά καθεστώτα και όλες οι φασιστοειδείς αποχρώσεις τους έχουν κάτι το γελοίο μέσα τους. Σαν τις γελοίες φάτσες της δικτατορίας.
Ρε τι δυνάμεις πατριδοκάπηλες, εθνικιστικές, και ξενόφοβες κρυφόκρυβε και τι φασισταριό ξαναγέννησε η χώρα.
Μιλάμε για φαιδρή, αλλά κατάσταση τραγωδίας και φοβούμαι μήπως οι προοδευτικές δυνάμεις της χώρας το αναγάγουν σε πολιτικό παιχνίδι. Δεν είναι πολιτικό το παιχνίδι, έχει βαθύτερη σημασία.

Σύνθημα σε τοίχο της Κυψέλης το 1994:
«Η ζωή ξεκινά όταν κλείνει η τιβί».
Σύνθημα σε μπλόγκ το 2006:
«Η ζωή είναι τιβί».
Και μην την παίρνεται και τόσο στα σοβαρά. (οχι ολόκληρη τουλάχιστο)

Διάβασα την «επώνυμη».
www.panagiotishadjistefanou.blogspot.com
Άρρωστο και παρακμιακό, αλλά φωτογραφίζει μια μεγάλη ,και καθοριστική στα πράγματα, πλειοψηφία.

Μικρές χωματερές έχουν γίνει οι δρόμοι καθώς χιλιάδες τόνοι σκουπιδιών σχηματίζουν λόφους γύρω απο τους κάδους.

Πέμπτη, Απρίλιος 06, 2006

Εσύ είσαι το θέμα. και το ζόρι μου.

Ανάθεμα την ώρα που το‘λεγα για το ρημάδι το Μαλακόντο (…το συμ-πλεγματικό χωριό στη λιμνοθάλασσα της Κωλομβίας όπου ζει η οικογένεια του συνταγματάρχη Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία- Μπουκουβάλα...) το σκέφτομαι την ώρα που οδηγώ και γελάω, να δω πότε θα κάτσω να το ψιλογράψω. Θα γίνει κι’αυτό.

Τα λέγαμε σήμερα μ’έναν τύπο για την Παλαιστίνη. «Δεν μπορώ να καταλάβω» μου έλεγε «γιατί και πως συντηρείται τόσα χρόνια η φαγωμάρα, αφού οι άλλοι είναι φτωχοί και δεν αγοράζουνε πιστολάκια». Μακάρι να ήτανε τόσο απλά. Και βίρα η κουβέντα για το τι και πώς, σε γενικές γραμμές. Κουβέντα που δεν θα ανοίξουμε τώρα.

Και είναι πολύ άσχημο πράμα να ζεις στην ισχυρότερη χώρα του κόσμου που ανα πάσα στιγμή μπορεί να ισοπεδώσει οποιαδήποτε άλλη γουστάρει(και να μην την ανα-συγκροτήσει βέβαια, θα ήταν απίθανο), αλλά ο πολίτης της να φοβάται να βγει απο το σπίτι του. Αυτό δεν είναι καθόλου ωραίο πράμα. Καθόλου. Αλλά άμα δε μένει και τίποτε άλλο; κι’ίσα για να υπερασπιστεί κανείς την οικογένειά του. Αυτά δεν είναι καθόλου ωραία πράματα. Η πρόκληση και η απαξίωση είναι πολύ άτιμα κι’άσχημα πράματα. Οι κουβέντες βράζουνε παντού, στα Αμερικάνικα και στα Μεσανατολικά πανεπιστήμια, στις έξω κοινωνίες τους, δεν ακούς; Ο κοσμάκης μιλάει και μνημονεύει πεντάρφανα κινήματα πολιτών που άλλαξαν την ιστορία, άκου. Ίσα για να ξέρεις. Εντάξει, θα έχουμε κόσμο φέτος, φυσικά θα κάνει ο κόσμος διακοπές. Που θα πάει; Το ξέρεις. Τόσα έχουμε κάνει, και συνεχίζουμε να κάνουμε για το σπίτι μας, αλλά άκου και μια στάλα.

«Α έτσι, ε τότε να βοηθήσω, αλλά, είναι επικύνδινα πράματα αυτά, και δε θέλω να μου παρακολουθούν το τηλέφωνο και το ιμέιλ». Ίσα ρε φίλε, δε σου είπαμε να κάνεις και τίποτα, τι να σου λέγαμε άλλωστε; Αυτό που λέμε είναι διάβασε και καμια εφημερίδα, κοίτα μια στάλα πέρα απο τη μύτη σου και κόψε το υφάκι ‘ας πα να τους σώσει κανας άλλος’. Για πάρτη σου το λέμε ρε φίλε. Πάνε άλλοι και τους ‘σώνουνε’, έννοια σου, δεν είναι εκεί το θέμα. Εσύ είσαι το θέμα.
Το θέμα είναι οτι η συνωμοσιολογία και το νοσηρό κλίμα της εποχής έχουν χτυπήσει κόκκινο. Κι’αρχίζει να μου τη δίνει, άγρια. Κι’ακόμη περισσότερο η σκοπιμότητα (παντού η ρουφιάνα!) να συντηρηθεί.

Η ΚΕΔΚΕ πάντως τρέχει σούπερ προγράμματα φιλοξενίας για παιδιά απο την Παλαιστίνη. Και τα πληρώνει κιόλας. Οι δήμοι βάζουνε μόνο τους χώρους.
Για πληροφορίες …τι να πώ, σε δαυτη ή εντός για κάποιες διευκρινήσεις.
Μαγκιά της.

Φεύγω. Πάω να χαζέψω στο καφενείο τους φίλους που παίζουνε δηλωτές. Τρελαίνομαι για δηλωτές! Όχι να παίζω. Να βλέπω μου αρέσει. Και να ακούω τις γύρω γύρω κουβέντες. Ειδικά άμα κάτσει φάση και παίζει και μπάλα είναι το καλύτερό μου. Δεν είπα σε «café» σε καφενείο είπα. Θα μάθουμε καμια είδηση, κανα κουτσομπολιό, θα μπεί κανα γκόλ, θα φωνάξουμε, θα γελάσουμε. Και θα περάσουμε ωραία. Κι’ύστερα βλέπουμε.
Α, δεν είμαι με καμία ομάδα. Απλά διαλέγω μιά στην αρχή κάθε αγώνα και άμα βάλει γκολ φωνάζω μπράβο μανάρι μου, μπράβο παιχτούρι μου, γεια σου ρε αρχηγέ με το γκολτζή σου κλπ. Άμα δε, της βάλουνε γκόλ της ομάδας, φωνάζω άλλα. Άντε ρε παλτό, κοίτα ρε μια σαβούρα που μαζέψανε, ο κόπανος ο διαιτητής φταίει που πας και σφυράς ρε, μωρέ για κοίτα ένας χασογκόλης, το στρίγκ σε μάρανε βρε λουλού, κλπ.
Λέω κι’άλλα, αλλά είναι ντροπή να τα γράψω στο μπλόγκ. Άμα τα λέω δεν είναι ντροπή γιατί τα λένε κι’οι άλλοι. Και μεταξύ κατεργαρέων, ειλικρίνεια και …κομμένοι οι ευφημισμοί.

Τι μου λέτε; Εκτός απο Ναπολεόντειους λόγους εντοπίσθηκαν και Ναπολεόντειες συμπεριφορές του στυλ «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;»
Εμ, ξέρεις εσύ κανέναν ,σ’αυτές τις περιπτώσεις, να μένει μόνο στα λόγια;
Το ανέκδοτο με το μπισμπίκο το ξέρετε; Που τελειώνει με τον μπισμπίκο στο Βατικανό, με τον κόσμο κάτω απο το μπαλκόνι να αναρωτιέται «καλά αυτός με τα άσπρα δίπλα στο μπισμπίκο ποιος είναι;»

Φρόνιμα…..

Τετάρτη, Απρίλιος 05, 2006

We are living in a yellow submarine.

We are living in a yellow submarine,
a yellow submarine, a yellow submarine….

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη και χειρότερη ξεφτίλα απ’το να σου λένε «τέτοιος είσαι τέτοια βλέπεις». «Τόσο μαλάκας είσαι με δαύτα ασχολείσαι», που λέει και το νεοελληνικό νεοράπ τραγουδάκι. Ξεστραβώνεσαι με τα φέιμ στόρια και μου θες και κουλτούρες, ανισόρροπε τηλεορασάκια. Βλέπε αυτά που ξέρουμε ότι βλέπεις και δεν το παραδέχεσαι, και άσε μας κάνουμε τη δουλειά μας.

Βλέπω δημοσιογράφους που εκτιμώ ή εκτιμούσα(;) που έχουν κάνει συνεντευξάρες στο ραδιόφωνο τη δεκαετία του ‘80, που έχουν γράψει κειμενάρες στον Τύπο, που έχουν ταξιδέψει χιλιόμετρα και το έχουνε παλέψει για να πάρουνε μια συνέντευξη, που έχουν δώσει αγώνες για την ελευθερία του Τύπου και γι’άλλες ελευθερίες, δημοσιογράφων την προϋπηρεσία των οποίων κανείς δεν δείχνει να θυμάται, να μιλάνε σήμερα με την κάθε κακόγουστη ασημαντότητα. Που δεν τη γουστάρουνε καθόλου και που τους υποχρέωσε η ρουφιάνα η AGB-ΚGB να της δώσουνε σημασία.
Γιατί το νούμερο κάνει νούμερα, αποφαίνεται η AGB-ΚGB. Έτσι την βολεύει, έτσι θέλει, έτσι ορίζει τι βλέπουμε.

Δεν εκπλήσσομαι, λυπάμαι όμως απο την μετάλλαξη των δημοσιογράφων, σε ποπ φιγούρες μιας ποπ τηλεοπτικής πραγματικότητας. Θα το έλεγα θλιβερό, αλλά επειδή δεν δίνω και μεγάλη -έως καμμία- σημασία στην τιβούλα λέω ότι είναι για γέλια. Στον ίδιο ποπ δρόμο κινούνται τα πάντα. Και οι πάντες. Πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων που τίθενται εκτός επειδή αρνούνται να ποπ-οποιηθούν. Απλά τα πράματα. Και δυστυχώς δεν τρέφω καμια αισιοδοξία ή αυταπάτη πως η αναξιοπιστία και οι σκοπιμότητες της AGB-ΚGB θα αλλάξουν έστω και λίγο την ποπ-πραγματικότητα. Όλα είναι ποπ. Πόσα είναι σήμερα τα ενημερωτικά ραδιόφωνα στην Αττική; πόσα ήταν; τι λένε και τι έλεγαν; ποιοι μιλούσαν στην πρώτη περίοδο της ‘ελεύθερης’ και ποιοι εκφωνούν σήμερα; Δεν ξεχνώ κάτι εποχές που δεν ήξερες που να πρωτονετάρεις τη βελόνα. Έξυπνες, φρέσκιες και δυναμικές ιδέες, φωνές, και παρέες. Βέβαια τότε ήταν όλοι αθώοι. Και καλοπαρέιδες. Ραδιοαφεντικά που έστηναν κεραίες για να ψιλοπουλήσουν μούρη ,ούτε καν παραγοντιλίκι, δημοσιογράφοι και μπόλικοι τύποι με το μεράκι και το ταλέντο του μικροφώνου, μουσικοί που επέλεγαν μουσικές και ακροατές ενθουσιώδεις και δεκτικοί -και δε λέω μωρόπιστοι- στις ερτζιανές προσκλήσεις και προκλήσεις.

Σήμερα ,πολύ απλά, οι άνθρωποι κόψανε τα χόμπι και πιάσανε δουλειά.
Τους λένε κάνε τούμπες κανα δυό χρονάκια που είσαι νέο κι’ευλύγιστο παιδί να βγάλεις κανα φράγκο να ξεβρομίσει το χνώτο σου απ’την πείνα, κι’άμα σε πιάσουνε αργότερα οι τύψεις άμε διάβασε κανα βιβλίο, γράψε και κανένα άμα λάχει, τρέχα σε εκπομπές με μηδέν ακροατήριο και αποκήρυξε τις τούμπες σου, να γελάσουμε και λιγουλάκι. Έλα τώρα να κάνεις τη δουλειά, κι’αυριο βλέπουμε.
Και οι άνθρωποι πάνε. Και δεν ξέρω εάν είναι έξυπνοι άνθρωποι, που -και καλά- τους τα ακουμπάνε και γελάνε περισσότερο απ’ όσο γελάμε εμείς με την πάρτη τους.

Η αλήθεια είναι ότι σήμερα απαιτεί κότσια ,ή αφέλεια, να εκτίθεται κανείς σε ένα τόσο ψιλιασμένο κι’αρρωστημένα καχύποπτο και συνομωσιολόγο κοινό. Και την ώρα που τον φτύνουνε αυτός να σκέφτεται ή την τσέπη του ή ότι ψιχαλίζει.

Σήμερα όλοι είναι ‘κερδισμένοι’. Και όσοι ‘μάζεψαν’ την ενημέρωση και όσοι μιλούσαν για την απαξίωσή της. Και επιβεβαιώθηκαν.

Η τηλεόραση μου θυμίζει την Γιουροβίζιον. Ένα χαρούμενο δηλαδή πανηγυράκι που αντί να το δούμε ,και να το χαρούμε ίσως, ως τέτοιο, ανεγάγει σε εξωτερική πολιτική και υψηλή διπλωματία. Και λές, ρε παιδιά, για σταθείτε, ένα πανηγυράκι είναι, να το, μη σας τυφλώνει η λάμψη του.
Η τηλεόραση είναι εικόνα, και μην την παίρνουμε και τόσο στα σοβαρά. Ψυχαγωγία είναι, δεν είναι πανεπιστήμιο. Γιατί θέλουμε να την κάνουμε τέτοια; Με τι θα γελάμε μετά;

Ψιλιαστίκαμε, αλλά δεν θα μας αρέσει καθόλου. Δεν θα ζήσουμε καλύτερα έτσι.
Το ψίλιασμα είναι άτιμο πράμα, θέλει κότσια να αποβάλεις απο μέσα σου αυτή την αρρώστια. Και να επιμένεις ,ώρες-ώρες τουλάχιστο, ότι υπάρχουνε ουράνια τόξα και να τα, και είσαστε τυφλοί που δεν τα βλέπετε. Θέλει κότσια, θέλει και την τρελάρα του. Αλλά θα ξέρετε ότι βλέπετε, παραπέρα.
Κι’αρνούμαι να ζήσω ,εντελώς, στην καχυποψία, ίσα για να φυλάγομαι. Απο‘κει και πέρα, στα τόξα μου.

Πάντως μη μου ζητάτε να χειροκροτήσω για τίποτε. Δεν το μπορώ και δεν θα το κάνω.
Μπορώ όμως να βαρέσω παλαμάκια, και ντέφια.

Και γαμώ την αφασία οι εκλογές στην Ιταλία.
Μια χαρά περνάνε πολιτικοί και πολίτες συμμετέχοντας και παρακολουθώντας αντίστοιχα τις τηλεοπτικές αναμετρήσεις (ελληνιστί ντιμπέιτ). Στην τελευταία μάλιστα δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν και τα ψευδώνυμά τους.

Η τζάμπα ψυχαγωγία που παρέχουν οι πολιτικοί στους πολίτες έχει θορυβήσει έντονα τους θεατρανθρώπους που βλέπουν τις πωλήσεις των εισιτηρίων να παρουσιάζουν θεαματική πτώση. Σύμφωνα πάντως με δηλώσεις τους, οι καλύτερες επιθεωρήσεις θα ανέβουν μετά τις εκλογές.

Μπερλού (τρέλαρχος): Η οικονομία της χώρας είναι ισχυρή, αφελές μου αρκουδάκι.
Πρό (αρκουδάκι): Είσαι χρήσιμος ηλίθιος έκανες το ταμείο της χώρας μαντάρα.
Τρέλαρχος: Εγώ έκοψα το σεξ, θα κόψω και το πουλί μου μέχρι τις εκλογές γιατί είμαι χριστιανός και οικογενειάρχης.
Αρκουδάκι: Το σβέρκο σου να κόψεις παλιοαλαζόνα.
Τρέλαρχος: είμαι ο Χριστός, είμαι ο Χριστός, είμαι ο Χριστός! Θα χτίσω (για λόγου μου) εκκλησιές και θα βάλω να μου φτιάξουνε εικονίσματα και να με λιβανάρουνε γιατί είμαι ο σωτήρας της Ιταλίας.
Αρκουδάκι: Είσαι άχρηστος και επικύνδινος.
Τρέλαρχος: Να γυρίσεις στα τεφτέρια σου, λογιστή της συμφοράς, που έχεις το θράσος και τολμάς να μιλάς σε μένα! Τον πολιτικό, θρησκευτικό, οικονομικό και ότι άλλο γουστάρω, ηγέτη της χώρας.
Αρκουδάκι: Α, να χαθείς σιχαμένε γραφικέ. Εσύ να γυρίσεις στις βρωμομπίζνες σου.
Τρέλαρχος: Καθίκι, φύγε απ’ το δρόμο μου.
Αρκουδάκι: Εσύ να φύγεις ψυχοπαθή λήσταρχε.
Τρέλαρχος : Είσαι γελοίος.
Αρκουδάκι: Είσαι γραφικός και καρνάβαλος.
Τρέλαρχος: Είσαι νούμερο.
Αρκουδάκι: Είσαι ρόμπα.
Τρέλαρχος : Ναι, αλλά μεταξωτή παρακαλώ. Είσαι ανέραστος και ανεγκέφαλος.
Αρκουδάκι: Είσαι ανώμαλος και ξεροξούρης.
Τρέλαρχος: Είσαι μουρλοκαμπέρο.
Αρκουδάκι: Είσαι θεότρελος.
Τρέλαρχος: Είσαι μουρόχαβλος.
Αρκουδάκι: Είσαι διανοητικά καθυστερημένος γερομπισμπίκης.
Τρέλαρχος : Καλά δεν μας ήτανε; Πάμε να φάμε καμια καρμπονάρα, ρε στόκε;
Αρκουδάκι: Α, δεν μπορώ, το βραδινό το’χω κόψει, έχω βάλει και κάτι κιλάκια…
Τρέλαρχος: Καλά σου λέω γω ότι είσαι μίζερος, καρμίρης και στερημένος.
Αρκουδάκι : Ποιόν είπες στερημένο ρε ανισόρροπε χαραμοφάη;
Τρέλαρχος : Άντε ρε κόπανε που κάθομαι και ασχολούμαι με την πάρτη σου, πα να ρίξω καμια μάσα, γιατί με κούρασες.
Αρκουδάκι: είσαι εντελώς ηλ..
Τρέλαρχος: σκάσε ρε! Εγώ, το φως της Ιταλίας, έχω πάντα τον τελευταίο λόγο. Αρκουδόβλαχε του κερατά. Καληνύχτα.
Αρκουδάκι: (με χαμηλωμένο βλέμμα): Καληνύχτα μουρλόγερε.
Τρέλαρχος (με ικανοποίηση και με ψηλά το κεφάλι): Καλοσύνη σου, μπαμπεσάκο.

Τρίτη, Απρίλιος 04, 2006

Χάθηκαν τ’α-κατάστατα μες τα υπο-κατάστατα.

Χτες το βράδυ, και ύστερα απο αρκετές μέρες έριξα μια ματιά στα μπλόγκς. Στα ελάχιστα που επισκέπτομαι Πήγα στον www.alombar42.blogspot.com και διαπίστωσα ότι είχα χάσει ενδιαφέροντα σχολιάκια επισκεπτών εναντίων του www.pitsirikos.blogspot.com. Και σκέφτηκα τι κρίμα που είναι να φτύνει κανείς εκεί που έγλυφε. Και τι γούστο που έχει απο την άλλη το δημόσιο ξεκατίνιασμα. Μη είμαστε κι’εκτός κλίματος δηλαδή.
Κατά τ’άλλα, ξετρελαίνομαι με ότι λέγεται δημόσια. Στα ίσα. Το θεωρώ έντιμο και αξιοπρεπές. Το πισώπλατο ήθος είναι που με πειράζει. Τον πιτσιρίκο τον εκτιμώ. Δε συμφωνώ, ούτε μ’αρέσουνε όλα όσα γράφει. Αυτό θα αποτελούσε διαστροφή. Πέραν τούτων, τον εκτιμώ. Γι’αυτά και για τον τρόπο που τα γράφει.
Το να ξεπερνάει όμως κανείς τις λεπτές διαχωριστικές γραμμές (για να τις ξεπεράσει βέβαια, θα πρέπει πρώτα να τις αναγνωρίσει) και να φτάνει στο σημείο να κατηγορεί και να καταγγέλλει δημόσια, και τη στιγμή μάλιστα που δεν προσβάλλεται ο ίδιος, (μέσα στο πλαίσιο της ανωνυμίας και των ψευδωνύμων πάντα) μου φαίνεται τουλάχιστο αναξιοπρεπές. Απο την μια. Απο την άλλη μου φαίνεται και ανάξιο λόγου. Και σημασίας. Η αντιμετώπιση σε όποιον αρχίζει να νιώθει λιγουλάκι ισχυρός και αρχίζουν να το νιώθουν και οι άλλοι, είναι δεδομένη. Δεν έχει εκπλήξεις. Όσο πιο ψηλά, τόσο πιο ‘αεράτα’.

Παρατηρώ επίσης ότι κάποιοι το γυρνάνε σε διευκρινιστικές παραπομπές σε παλαιότερα κειμενάκια. Πάρτε το αλλιώς, δηλαδή.
Και συμπεραίνω πως, «όταν σας έδινα τα πόμολα, εσείς κοιτάζατε τον τοίχο…»

Κανονικά δεν πρέπει να σας νοιάζει αν μ’αρέσει ή οχι ο πιτσιρίκος. Γούστο μου και καπέλο μου τι γουστάρω και τι οχι.
Υπάρχει όμως μια πολύ προσωπική ιστορία σε σχέση με αυτόν. Κι’επειδή οι ιστορίες ,σε αντίθεση με τα γούστα, έχουν ένα κάποιο ενδιαφέρον, ας την πάρει το ποτάμι. Έτσι κι’αλλιώς η ιστορία, πέρασε στην ιστορία.




Η πολύ προσωπική μου ιστορία με τον πιτσιρίκο ξεκίνησε στις αρχές του Οκτώβρη. Όταν αποκάλεσα έτσι, ένα φίλο. Πιτσιρίκος,… πόσο αυθόρμητα ειπώθηκε, δεν θα μπορούσε να’χει γίνει αλλιώς. Και πόσο εύστοχα, κρίνοντας εκ των υστέρων. Άκου πιτσιρίκος…ακόμη το σκέπτομαι και χαμογελώ, κάπως. Άκου πιτσιρίκος….

Ύστερα, μου φάνηκε πολύ παράξενο αυτό που είχα πει, άκου πιτσιρίκος! Που’μου’ρθε; Χαμογέλασα λίγο, στραβά. Άκου πιτσιρίκος …Ύστερα απο μερικές ημέρες κάτι έψαχνα στο google, και σκέφτηκα, άκου τι είπα, πιτσιρίκος! Και χαμογέλασα, και πληκτρολόγησα τη λέξη στη μηχανή αναζήτησης. Για να δώ τι λέει το διαδίκτυο για τους πιτσιρίκους, να δώ ποιοι είναι οι άλλοι και ποιους λένε οι άλλοι για πιτσιρίκους. Άκου πιτσιρίκος….Στα αποτελέσματα της αναζήτησης εμφανίστηκαν μπόλικες καταχωρήσεις. Κοίτα να δείς τελικά πόσοι πιτσιρίκοι!
Άνοιξα την πρώτη καταχώρηση. Μωρ’τι’ναι τούτο΄δω; Χάζεψα λίγη ώρα. Ωραία κειμενάκια. Κοίτα να δείς τι χαριτωμένος και παμπόνηρος ο δικτυακός πιτσιρίκος. Άκου πιτσιρίκος….Διάβασα παλαιότερα κειμενάκια. Πανέξυπνα. Διαφορετικά. Έκτοτε βολτάριζα συχνά. Δεν ανακατώθηκα με άλλα μπλόγκς. Έγραφα, καμια φορά, τα δικά μου, για πάρτη μου. Αλλά δεν γνώριζα τούτο το κόλπο όπου γράφει ο καθένας τα δικά του και να τα ανεβάζει στο δίκτυο. Με τούτον τον ιδιαίτερο και πολύ δυναμικό τρόπο. Άκου πιτσιρίκος…..Τις γιορτές, για την ακρίβεια την τελευταία μέρα του χρόνου, δίχως γνώση κι’απο απόγνωση, ακούμπησα και τα δικά μου. Κι’ ύστερα έφτιαξα και ένα μπλόγκ.


Ο πιτσιρίκος που αποκάλεσα, με έβγαλε και στα μπλόγκ. Για τα οποία δεν είχα ιδέα. Γούστο δεν έχει; Απο μια λέξη. Που ειπώθηκε στο φλού. Και στο φλού επίσης μου πέρασε απ’ το μυαλό να την πληκτρολογήσω στην αναζήτηση. Για να βρω πιτσιρίκους.
Αυτά τα άτιμα, τα τόσο καθοριστικά φλού.
Κάποτε, θα πέφτανε στην πλώρη μου τα μπλόγκ. Κάποτε. Σημασία όμως για μένα έχει το δικό μου πως. Πως άνοιξε για μένα ο χωματόδρομος.


Χάθηκαν τ’α-κατάστατα μες τα υπο-κατάστατα, θα όριζα για τίτλο εποχής.
Συγχωρέστε με, γι’αύριο θα’χει τον τηλεοπτικό βιασμό της αισθητικής. Μαλακόντο την Πέμπτη. Έπεσε δουλειά.

Δευτέρα, Απρίλιος 03, 2006

Πες τους να πάνε παραπέρα γιατί μου κόβουνε τη θέα.

Πρέπει να είναι εντελώς άρρωστος κανείς για να μιζεριάζει με τέτοιο καιρό. Βλέπω κάτι στραβομούτσουνους τύπους και τους λυπάμαι βαθιά, για τα χάλια και τη μαυρίλα που σέρνουνε. Και γυρίζω την πλάτη μου και λέω δε θα πάρω, θέλω χαρούμενες φάτσες. Γιατί νικήσαμε ρε γαμώτο, και μη και γίνουμε σαν τα μούτρα τους. Πως τη γλιτώσαμε φίλε; Στο τσάκ.
Οι άνθρωποι τρέχουνε και κυνηγιόνται γύρω-γύρω και έχουνε κάτι μούτρα, άστα να πάνε στο διάολο, φωνάζουνε, γκρινιάζουνε, μουρμουράνε, τι τους λείπει; τι γυρεύουνε; κρατάς επάνω σου τίποτα να τους δώσεις; Πρέπει να είναι εντελώς πειραγμένοι, δεν εξηγείται αλλιώς. Κρίμα, αλλά άστους να τρέχουνε.

Και’γω σου λέω να ρίξουμε τη βάρκα, να δούμε μπάς και πιάσουμε κανα ψάρι, να δούμε τα γλαρόνια, να χαιρετίσουμε κανα ψαρά να τον ρωτήσουμε τον καιρό κι’αμα δε πιάσουμε ψάρια, θα μας δώσει εκείνος. Και να κοιτάμε και τα ντοματάκια που και που γιατί με τέτοιο ήλιο θέλουνε προσοχή. Τρελαθήκαμε απο την ομορφάδα του τόπου ,νομίζω ώρες-ώρες. Τι θέλουνε και φωνάζουνε αυτοί οι τύποι; Πές τους κάτι να το βουλώσουνε επιτέλους! Μου χαλάνε το σκηνικό! Πες τους να πάνε παραπέρα να φωνάξουνε. Εγώ ήρθα να λιαστώ. Ή πες τους καλύτερα, άμα θέλουνε να’ρθουνε να κάτσουμε παρέα. Και να δείς ότι θα τους περάσει. Εκτός κι’αν είναι εντελώς στόκοι οπότε σηκώνουμε τα χέρια ψηλά, και πάμε και καθόμαστε στο διπλανό πεζούλι. Εμείς τους καλέσαμε, απο’κει και πέρα, δικό τους πρόβλημα, κι’ας πάνε παραπέρα please. Να κανονίσουμε καμια μέρα να πάμε ποδηλατάδα. Τι πα να πει δεν ξέρεις; Θα μάθεις. Κι’άμα μπατάρεις και πέσεις επέτρεψέ μου να γελάσω πρώτα κι’ύστερα να’ρθω και να σου πώ τι έπαθες ρε; Κοίτα τα λουλουδάκια μου, είδες που σου έλεγα ότι θα ανθίσουνε οι ιβίσκοι; Έτσι γίνεται με την πάρτη τους. Όλο το χειμώνα τη βγάζουνε στην ξεραΐλα και νομίζεις ότι τα κακαρώσανε. Αλλά μετά ανθίζουνε οι άτιμοι! Κοίτα τη θάλασσα, και βούλωστο επιτέλους με τούτο και με κείνο!
Θα τονε σώσουμε τον κόσμο αργότερα. Τόσο καιρό περίμενε, τώρα τον έπιασε η πρεμούρα; Ας κάνει λίγη ακόμη υπομονή γιατί η δικιά μου είναι στα όριά της. Και με γάμησε αν το θες ο αλτρουισμός και άστονε για όποτε κάνει καμια συννεφιά.
Είδες τι καλά που είναι έτσι; Σκάσε και κανα χαμόγελο. Απ’τα καλά σου. Όχι απο τα νευρωτικά. Αφού να φανταστείς κι’εγω σήμερα γέλασα με ένα γέλιο που δε φαίνεται. Μόνο το αισθάνεσαι.

Έβαλα τα άσπρα μου.
Τώρα είναι που φεύγουμε εντελώς.
Και είμαι ακίνητη. Δεν υπάρχει λόγος να κουνηθώ, ρούπι. Βίρα όμως και χρειαστεί. Για την ώρα άσε με στον ήλιο.

Είδες που σου έλεγα ότι όλα θα πάνε καλά; Χάσαμε και το ρεπόρτο απο τα νοσοκομεία! Θα μας τα λένε στο εξής οι ντόκτορες. Απο μακριά, αδερφέ.

Είπαμε, Μαλακόντο την Τετάρτη. Αύριο έχει άλλα.
Μια μαύρο μια άσπρο. Λίγο λίγο θα απο-καλύψουμε και την υπόλοιπη παλέτα.

Κυριακή, Απρίλιος 02, 2006

Να τις βγάλουμε στο δρόμο!

Καλά σοβαρολογείτε; Έτσι θα φεύγαμε; Χωρίς να πούμε ένα γεια; Όχι δα.
Πως σας πέρασε απ’ το μυαλό; Τώρα ξεκινάνε τα ωραία.
Η αλήθεια είναι ότι τούτη η εποχή είναι μεταβατικότατη, διότι σε λίγο καιρό φοράμε την άλλη μας τη μουτσούνα την καλοκαιρινή, ανοίγουμε και σας περιμένουμε.
Και όπως καταλαβαίνεται οι μαστοριές είναι πολλές. Δεν γίνεται να μας βρούνε νεγκλιζέ, πρέπει να φορέσουμε τα καλά μας.

Λυσσάξαμε στο κουβεντολόι το Σαββατοκύριακο. Που να γράφεις τώρα…
Με ένα φίλο κουβεντιάσαμε τη συμπεριφορά ,λέει, των εκλογέων, που δεν κοιτάνε τα έργα αλλά το προσωπικό του ‘έργο’ ο καθένας. Με άλλο φίλο κουβεντιάσαμε για τη γρίπη των μελετών που έχει λέει μελετηθεί και ξαναμελετηθεί το σύμπαν αλλά χαΐρι δε βλέπουμε. Καλά μην το ισοπεδώνετε εντελώς. Άλλοι να λένε για τα κόμματα, άλλοι για τα αποκόμματα, άλλοι για τα ξεροκόμματα, μες την πρωτοτυπία το weekend.
Να πώ τη γνώμη μου; Εδώ είναι μπλόγκ; Καλομελέτα κι’έρχεται.
Αν και το θέμα δεν είναι να λέει κανείς, να κάνει είναι. Απο θεωρίες πήξαμε. Πόσο μάλλον τζάμπα.

Θα τα πούμε την Τετάρτη. Τώρα κοιτάμε προς τα έξω.
Θα επιστρέψουμε μια φανταστική αφήγηση. Με πυρήνα το μικρό κι εσώκλειστο Μαλακόντο, ένα φανταστικό χωριό χτισμένο στις όχθες μιας λιμνοθάλασσας, κάπου στα νότια παράλια της Κωλομβίας και την οικογένεια του Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία- Μπουκουβάλα, θα διηγηθούμε την καθημερινή ζωή αυτού του θαυμαστού χωριού των αντιθέσεων, περιγράφοντας επεισόδια και καταστάσεις βγαλμένες απο την καυτή πραγματικότητα του Μαλακόντο και της Κωλομβίας.

Σήμερα παίζω Pearl Jam. Λίγο απο Black.
Μαζί με τα παιδικά. Απ’ όλα θέλει ο άνθρωπος. Τα’παμε αυτά.